Μάρκος Μέσκος, Η τελευταία γλώσσα

Η τελευταία γλώσσα

Δουλειά της νύχτας τα ποιήματα∙ τα βλέπει η μέρα και δεν εννοεί.

Κόσμος με τ’ άλεκτα σ’ αγαπώ τ’ ανείπωτα δεν υπάρχει τώρα
λύπη κατεβαίνει από τα δέντρα πίκρας αλαλία και σιωπή
ο θάνατος μνήμων πάντοτε κι από του τάφου την οπή
τραγούδια τάχα, νεράκι ευχής, ξανθά σγουρόμαλλα δώρα.

Μάτια μέσα στ’ αόρατα δάκρυα αίμα αθέατο κι όμως ποτάμι
σφάζουν ήλιους καθώς στο μαχαίρι τελειώνουν τα πρόβατα
σκοτάδια μαύρα δηλαδή κι ο σπινθήρας-χλιμίντρισμα δεν απαντά
στο πρόβλημα, δεν το ραγίζει∙ να σκάσουν γαρίφαλα πρωτοετή και γάμοι

απελπισμένοι στους αιώνες. Κι εγώ (σαν κάτι να μου κλείνει το στόμα)
με τους νεκρούς είμαι λοιπόν; Χνούδια, λένε και μικρά πουλιά
σαλεύουν στον ύπνο — ζεις δεν ζεις όπως τ’ ανοιξιάτικα ζουμπούλια.

Αν τίποτε δεν ειπώθηκε ακριβώς (αέρας, νερό, φωτιά, χώμα)
ας πούμε πάλι τάξη την βραδυπορούσα (μήπως) καλία των ημερών —
Αρματολέ, δυσεύρετε Γρηγόριε Σταυρίδη, απόκοσμος εδώ και παρών!

Από τη συλλογή Χαιρετισμοί (1995) του Μάρκου Μέσκου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μάρκος Μέσκος

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s