Μάρκος Μέσκος, Χώματα (XIII)

[Ενότητα Χώματα]

XIII

Κρεμασμένη η σκιά του πανύψηλου δέντρου στο δειλινό χωράφι
κοντά στην κατάξερη αφάνα σπουργίτια μαζί της πετούν
στο πέρα βλέμμα και στη θάλασσα των οριζόντων γλάροι
του μαύρου κόντρα

γλώσσα που τραυλίζει παίρνοντας τα βουνά
κι ο γέροντας πικροδαφνίζοντας
να θυμάσαι θα κρυώνω εκεί κάτω είπε κι έσβησε στο σκοτάδι

σκοτάδι όπου και φως
φωνή παράπονου της κούνιας ασχημάτιστα λόγια
(κατοπινή ζωή στρίγκλα ζωή ποια να ’σαι)
από το χόρτο της αλήθειας έφαγε και τρελάθηκε
σαν έρημη εκκλησιά που ακόμα ψαλμουδίζει
τάχα μακριά από το καλό και το κακό του κόσμου

ω τέλος αφάνταστο
στα πετεινά τ’ ουρανού ανήκει τώρα
χωρίς κλαρί χωρίς φωλιά χωρίς αέρα
μαύρος ήλιος και χαμένος από παντού.

Από τη συλλογή Στον ίσκιο της γης (1986) του Μάρκου Μέσκου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μάρκος Μέσκος

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s