Βασίλης Αμανατίδης, Η αμνησία (Τέλος της ιστορίας)

Η αμνησία
(Τέλος της ιστορίας)

[Ενότητα δεύτερη παραβολή]

Κι αργότερα που γέρασε
με τον καιρό
το σώμα του γινόταν πάλι σαν σκληρό
– κάτι από παλιά του θύμιζε.
Κι όλα τα δέντρα που λάτρευε πια
λες κι ήταν κορίτσια∙ περίεργο

μα απ’ την αρχή χαράσσονταν τα φρύδια του
ωραίες περισπωμένες
κι έχει από κάτω εγχάρακτα ξανά
μάτια της καλλιγραφίας.
Ώσπου ίχνος της σάρκας δεν έμεινε
– μόνο ξύλινο προγούλι

Είπε Δεν είναι ότι γερνώ
– χτυπάει ξύλο πάνω του.
Ξαναγυρνώ μα δεν πεθαίνω∙ όχι αμέσως τώρα.
Πάντως ευθύς, η μύτη αυτή τού εμάκρυνε πολύ
έτσι μπροστά του έσπασε
πέφτει σάπιο ξυλάκι

Πολύ αργά∙ αλλά θυμάται λίγο:
Πίσσα σκοτάδι. Να με έφαγε ήδη ο καρχαρίας;
Δεν ζει ο πατέρας, έτσι;
Τέρμα τα ψέματα Πινόκιο
Ψήλωσα∙ όμως
πότε

Από τη συλλογή Υπνωτήριο | Εννιά νυχτικές παραβολές (1999) του Βασίλη Αμανατίδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Βασίλης Αμανατίδης

Advertisements

2 thoughts on “Βασίλης Αμανατίδης, Η αμνησία (Τέλος της ιστορίας)

  1. Παράθεμα: Βασίλης Αμανατίδης, Η αμνησία (Τέλος της ιστορίας) – worldtraveller70

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s