Γιώργος Θέμελης, Αθανάσιος Διάκος

Αθανάσιος Διάκος: από την εκπομπή της ΕΤ3 Χώματα με ιστορία (αφήγηση: Ηλίας Μαμαλάκης)

Συλλογή Ωδή για να θυμόμαστε τους ήρωες (1949) του Γιώργου Θέμελη

Πρέπει η γη να χαίρεται, πρέπει να καμαρώνει
Δημοτικό

Αθανάσιος Διάκος

Παντού πετούν κ’ είν’ άφθαρτα, Αγγέλοι, τα φτερά σας
Σολωμός

Κλαίνε το σχήμα του σταυρού.
Κλαίνε το πιο γενναίο σπαθί που κόπηκε στα εφτά,
Το ροσμαρίνι και το έλατο των κορυφών που πάει μαύρος καπνός,
Φλέβες, κοπέλες, που θαρθούν ν’ αδειάσουνε τα δάκρυά τους.
Να μην το κρύψει η μάνα γη,
Πόχει τα δέντρα τ’ αλαφριά, τα ραγισμένα σπίτια,
Ψάρια που παίρνουνε φωνή, πέτρες πόχουν αγέρα,
Και τους αλαφροΐσκιωτους,
Τους πεθαμένους που μιλούν μες στα φαρδιά κιβούρια,
Πόχουν αηδόνια στα κλουβιά και μάτια κι αγναντεύουν.

Ποιος ξέρει πόσα χελιδόνια ξαπολύθηκαν κατά τις θάλασσες,
Να ρίξουν σπίθες στα νησιά και στα χαμένα πλοία.

Πόσα κρυφά καρδιοχτύπια έγιναν προσευχές και μίλησαν στους Αγγέλους,
Ν’ αφήσουν τον ύπνο τ’ ουρανού και να κατέβουν στη γη
Να ιδούν κάποια συγγενικά Τους πλάσματα πόσο φυλάνε το αίμα Τους,
Πόσο Τους έχουν ακριβούς, γραμμένους μες στη μοίρα τους.

Γίνονται φλόγες, γίνονται αναμμένες λαμπάδες και Τους φέγγουν.

***

«Απλός ήταν, — αποκρίθηκαν βαφτίζοντας τα φτερά Τους στην κάπνα, —
Όπως οι ξεκομμένες πέτρες που γεννάει η θάλασσα.
Είχε την καθαρή καρδιά των καινούριων νερών που δοκιμάζουν τη φωνή τους,
Τη ζώνη των κυπαρισσιών, που σκύβουν στους τάφους,
Την ευγένεια που σκαλίζει η υπομονή της βροχής πάνω στους κίονες,
Τα μάτια των μικρών παιδιών όταν φιλιούνται κάτ’ απ’ τα δέντρα,
Την ομορφιά των σαρκωμένων Ασωμάτων.»

***

Σήκωσε πάνω τον πάσσαλο στη ματωμένη φτερούγα
Και το μαχαίρι του γλίστρησε στην άκρη της καρδιάς.
Γύρισε κι είδε που άνθιζαν τριγύρω τα κλαδιά,
Τα χέρια που έγερναν νεκρά σα μαραμένα φύλλα,
Και δεν ακούστηκε μιλιά, δε σείστηκε κλωνάρι.

Χαιρέτησε το Χάρο κι αγνάντεψε τ’ άσπρα λουλούδια
Και τον καπνό που ανέβαινε να τόνε πάρει.

Τα μακρινά κοντάρια λύγισαν, που σώριαζαν τους ίσκιους των,
Τα γιαταγάνια ράγισαν, πούταν ζεστά κι αχνίζαν,
Τ’ άτια χλιμίντρισαν πικρά και τα βουνά βουρκώσαν
Κι οι παιδεμένοι σταυροί χαμήλωσαν τα φωτοστέφανά τους,
Σαν είδαν τους κορυδαλλούς π’ αγγίζανε τη γη
Και σκάλιζαν, μάδαγαν τα φτερά, ν’ ακούσουν κάτου τ’ αδέρφια,
Που πετρωμένα κείτονται, στοιχειώνουν τα γιοφύρια.
Σαν είδαν τον ήλιο που γύριζε το πρόσωπό του,
Τη θάλασσα να δέρνεται με τρία κούφια λιθάρια,
Και τα χλωμά τριαντάφυλλα να στάζουν μαύρο αίμα.

***

«Ας σημάνουν οι καμπάνες.
Ας σηκωθούν τ’ αγάλματα και τα ποτάμια ας σταματήσουν.
Ανεβείτε περιστέρια
Κράξτε τα χελιδόνια από τις άνοιξες και τους αϊτούς απ’ τις γαλάζιες χώρες,
Όλα τ’ αδέρφια, τα παιδιά της ανεμικής γενιάς,
Κι ελάτε να σηκώσουμε το νεκρό,
Ελάτε να τον κηδέψουμε σκορπίζοντας τη στάχτη που άφησε,
Να πληθύνει το φως και ν’ αλαφρύνει ο άνεμος…»

***

Στα τρία σκαλιά, στους τρεις ουρανούς, άναψαν όλα τα φώτα,
Άνοιξαν και φυλλομετρούν τους γύρους του αιώνιου Ρόδου.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γ. Θέμελη Ποιήματα I (1969)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

One thought on “Γιώργος Θέμελης, Αθανάσιος Διάκος

Σχολιάστε.

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.