Σταύρος Ξαρχάκος & Λευτέρης Παπαδόπουλος, Άπονη ζωή (Γρηγόρης Μπιθικώτσης & Ρία Κούρτη)

Άπονη ζωή

Σύνθεση: Σταύρος Ξαρχάκος
Στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος
Μπουζούκι: Γιώργος Ζαμπέτας*
Τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης & Ρία Κούρτη [πρώτη εκτέλεση από τους ίδιους το 1963]
Δίσκος: Γρηγόρης Μπιθικώτσης, 1963-1971 (1981) 

Άπονη ζωή
μας πέταξες στου δρόμου την άκρη
μας αδίκησες
ούτε μια στιγμή
δεν ήρθες να μας διώξεις το δάκρυ
μας κυνήγησες

Το κρίμα μας βαρύ
μας γέννησες φτωχούς
με την καρδιά πικρή
γεμάτη στεναγμούς

Άπονη ζωή
δε θέλαμε παλάτια κι αστέρια
να μας χάριζες
μια μπουκιά ψωμί
για μας τα ορφανά περιστέρια
ας χαλάλιζες

Μας έδειρε ο βοριάς
μας ήπιε η βροχή
το αίμα της καρδιάς
γιατί είμαστε φτωχοί

* Κατά την προσφιλή μας συνήθεια και ως ελάχιστο φόρο τιμής στους σπουδαίους δημιουργούς μας, στο πλαίσιο της παρουσίασης αυτού του δίσκου θ’ ακούσουμε και μερικά ιστορικά τραγούδια στα οποία δεν παίζει ο Κώστας Παπαδόπουλος, αλλά ο Γιώργος Ζαμπέτας (σε τρία) και (σε ένα) ο Μανώλης Χιώτης

Ας δούμε τι λέει ο Λευτέρης Παπαδόπουλος για το τραγούδι του στο άρθρο του «Άπονη ζωή» του Δημήτρη Ν. Μανιάτη στην εφημερίδα «Τα Νέα» στις 20 Οκτωβρίου του 2012:

Όταν ο Ξαρχάκος μού πρότεινε να γράψω για πρώτη φορά στίχους

Ήμουν 23 χρόνων και μόλις είχα απολυθεί από τον στρατό. Είχα υπηρετήσει στο 527 Τάγμα Πεζικού, στη Μεθώνη. Ήταν ένα τάγμα για «χαρακτηρισμένους» οπλίτες. Για φαντάρους, δηλαδή, που εθεωρούντο «αριστεροί» και αντιμετωπίζονταν σαν «τυφεκιοφόροι του εχθρού», όπως θα έγραφε λίγο αργότερα ο Μάριος Χάκκας, ο καισαριανιώτης πεζογράφος, που χάθηκε τόσο πρόωρα.
Στην ίδια κατηγορία ανήκαν και άλλα δύο τάγματα. Το ένα ήταν το 525 με έδρα την Κατερίνη και το δεύτερο το 509 με έδρα τον Κολινδρό. Στον Κολινδρό, τα πράγματα ήταν πιο ζόρικα. Στο Πειθαρχείο, συχνά, έπεφτε και ξύλο. Σκληρή περίοδος, με τον Καραμανλή πρωθυπουργό. Ασκήσεις πολύωρες, εξαντλητικές, όλη τη μέρα και το βράδυ «μάθημα Πολιτικής Αγωγής». «Ποιοι είναι οι εχθροί της Ελλάδος;». «Οι Ρώσοι, οι Βούλγαροι και οι κομμουνιστές, κυρ λοχαγέ».
Το ’58, λοιπόν, «καλός πολίτης», πλέον, έπρεπε να βρω δουλειά: ο πατέρας μου άνεργος, η μάνα στο σπίτι, ο μικρός μου αδελφός, άνεργος επίσης. Φτώχεια μεγάλη! Και οργή συνάμα, για όσα είχα τραβήξει στον στρατό, ως «χαρακτηρισμένος», και για τη «σκοτεινιά» που έβλεπα μπροστά μου. Πού να δουλέψω; Τι να κάνω; Η ανεργία σερνόταν σαν ένα πελώριο φίδι, με χίλια κεφάλια, στη γειτονιά. Στην πλατεία Βικτωρίας. Σε όλη τη χώρα.
Θα μπορούσα, βέβαια, να συνεχίσω τις σπουδές μου στη Νομική – ήμουν στο τρίτο έτος. Αλλά το σπίτι χρειαζόταν ψωμί. Τέσσερα στόματα! Ο αδελφός μου κάτι προσπαθούσε να κάνει – εργάτης σε μια χημική βιομηχανία. Ο πατέρας μου, τσαγκάρης σε αποστρατεία, μπάλωνε κάνα παπούτσι, κάρφωνε κάνα τακούνι. Και η μάνα μου πήγαινε παραδουλεύτρα σε σπίτια.
Τότε ήρθε και με βρήκε ο Νίκος Άγας. Ψηλό παιδί, ξανθό, με τρέλα για τη δημοσιογραφία. «Θες να γίνεις δημοσιογράφος;» μου πρότεινε. «Φυσικά. Αλλά με τι προσόντα;». «Θα σε πάω σε μια αθλητική εφημερίδα, για να γράφεις ποδοσφαιρικούς αγώνες». «Λεφτά θα παίρνω;». «Στην αρχή, μόνο τα οδοιπορικά. Αλλά με τον καιρό, κάτι θα γίνει. Και αν αποδειχτεί ότι έχεις και ταλέντο, σώθηκες!».
Πήγα στην αθλητική εφημερίδα. Άρχισα να γράφω διάφορα μικρομάτς – δέκα αράδες για το καθένα. Ταυτόχρονα, όμως, με το σιγοντάρισμα του Άγα, πούλαγα και μούρη. Διέδιδα ότι γράφω και ποιήματα. Και, πράγματι, σκάλιζα μερικά στιχάκια. Ώσπου ήρθε η ώρα του Ξαρχάκου.
Πριν φτάσω, όμως, στον Ξαρχάκο, θα πρέπει να σταθώ στον Μάνο Χατζιδάκι. Ως την εμφάνιση και την – ακαριαία – καθιέρωση του Χατζιδάκι, το ελληνικό τραγούδι ήταν ένα νόμισμα με δύο όψεις. Στη μία, την επίσημη, κυριαρχούσε το λεγόμενο «ελαφρό». Βαλς, ταγκό, χαμπανέρες και τέτοια. «Πάμε σαν άλλοτε, στο μαγικό ακρογιάλι», «Τα δυο σου χέρια αγαπώ, τα δυο σου χέρια», «Πού θα ξαναβρώ τα όμορφά σου μάτια», «Άσ’ τα τα μαλλάκια σου ανακατωμένα». Στην άλλη όψη του νομίσματος, καίτοι αποδιωγμένο, καίτοι μακριά από το κρατικό – δεν υπήρχε και άλλο – ραδιόφωνο, εγχάρακτο σε ατόφιο χρυσάφι, βρισκόταν το ρεμπέτικο, που ο Τσιτσάνης, ο Μάρκος, ο Καλδάρας, με τις πανάκριβες μελωδίες τους, το είχαν περάσει σε τεράστιες μάζες του λαού. «Φραγκοσυριανή», «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι», «Αχάριστη», «Η άμαξα μες στη βροχή», «Καπετάν Αντρέα Ζέππο», «Χατζηκυριάκειο», «Πήρα τη στράτα κι έρχομαι». (Στη διάδοση του ρεμπέτικου και του λαϊκού μέγα ρόλο έπαιξε, να μην το ξεχάσω, και ο ραδιοσταθμός των Ενόπλων Δυνάμεων, που μετέδιδε τραγούδια για τους φαντάρους, στην περίοδο του Εμφυλίου, αλλά και μετά.)
Επιστρέφω στο ’58, για ένα σημαντικό γεγονός: η Μελίνα Μερκούρη, θεά της εποχής – και πότε δεν ήταν; -, ζούσε έναν μεγάλο έρωτα, με έναν αξιωματικό του Ναυτικού, τον Πύρρο Σπυρομήλιο. Ο Καραμανλής αγαπούσε τον Σπυρομήλιο και τον διόρισε διευθυντή στο Εθνικό Ιδρυμα Ραδιοφωνίας. Και αμέσως, άλλαξαν άρδην τα πράγματα σε σχέση με το τραγούδι. Γιατί ο Σπυρομήλιος λάτρευε τα λαϊκά τραγούδια. Το ίδιο και η Μελίνα. Αποτέλεσμα: τη θέση των «ελαφρών» κατέλαβαν, σχεδόν εξ εφόδου, τα λαϊκά τραγούδια, και ταυτόχρονα, εγκαινιάσθηκε το Φεστιβάλ Τραγουδιού, που άρχισε να διοργανώνεται στον Ιππόδρομο του Φαλήρου.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, με κυρίαρχες τις μελωδίες του Χατζιδάκι, που νόμιζες ότι δεν είναι του κόσμου τούτου, αλλά ταξίδεψαν στη γη για να εγκατασταθούν από άλλο αστέρι, γεννιέται ο Ξαρχάκος, και μαζί του ο Λεοντής, ο Μαρκόπουλος και, λίγο αργότερα, ο Λοΐζος.
Ο Σταύρος Ξαρχάκος ήταν φίλος μου. Δεκαεννιά χρόνων, τότε, είχε παρουσιάσει μερικά τραγούδια που άρεσαν πολύ. Ένα με την Πόλυ Πάνου, ένα με τη Βουγιουκλάκη, ένα με τη Γιοβάννα. Τον κάλεσαν, αμέσως, από το θέατρο «Πορεία», να γράψει μουσική και για το έργο του Αλέκου Γαλανού «Κόκκινα φανάρια». Και έσκισε!
Μου λέει μια μέρα: «Δεν γράφουμε κάνα τραγούδι και μαζί;». «Μα, πώς;». «Διάβασα μερικούς στίχους σου και τους βρήκα πολύ ενδιαφέροντες…». Κόντεψα να πάθω συγκοπή από τη χαρά μου! Αλλά δεν είχα ιδέα, για το πώς γράφεται ένα τραγούδι. Ο Ξαρχάκος, έμπειρος πια, μου έδειξε τα «κόλπα». Και μου έπαιξε και στο πιάνο μια μελωδία του. Ταράχτηκα! Η μελωδία ήταν υπέροχη! Και πρωτότυπη. Και ταίριαζε γάντι με την εποχή, όπου κυριαρχούσαν – είχαμε μπει ήδη στη δεκαετία του ’60 – εκτός του Χατζιδάκι, ο Θεοδωράκης, ο Γκάτσος, ο Καμπανέλλης, ο Γκούφας, και ο Δημ. Χριστοδούλου και η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου.
Έβαλα στίχους στη μελωδία. Ο Ξαρχάκος έμεινε κατάπληκτος. Και όταν, ύστερα από λίγο καιρό, τον κάλεσε ο Βασίλης Γεωργιάδης να γράψει μουσική για την ταινία «Κόκκινα φανάρια», του έπαιξε την « Άπονη ζωή». Εκλήθη και ο Μπιθικώτσης ν’ ακούσει το τραγούδι. Θρίαμβος!
Τι είχε η « Άπονη ζωή»; Κατά τη γνώμη μου, εκτός από την εξαιρετική μουσική, είχε στίχους που τους ζητούσε η εποχή. Μου βγήκαν αβίαστα. Με την πρώτη. Γιατί ο κόσμος, που είχε περάσει τα ίδια βάσανα με μένα, ο φτωχόκοσμος της ανεργίας και των καραμανλικών διώξεων, είχε ανάγκη να πει τον πόνο του, αλλά όχι κλαψιάρικα. Με οργή. Και εγώ είχα συσσωρευμένη οργή μέσα μου. Και ένα παράπονο που δεν τελείωνε με τίποτα.
Με το που βγήκε το τραγούδι σε δίσκο και άρχισε να το παίζει το ραδιόφωνο, έγινε χαλασμός. Το άκουγα σε όλες τις ταβέρνες, στις πρόχειρες «κομπανίες» των τυφλών στους δρόμους της Αθήνας, στις παρέες των νέων. Πολλοί νόμιζαν ότι το είχε γράψει ο Θεοδωράκης, γιατί εύρισκαν πως είναι στο κλίμα των τραγουδιών του. Ήταν, όμως, του Ξαρχάκου, που αμέσως χαρακτηρίσθηκε ως «ο τρίτος μεγάλος της ελληνικής μουσικής» και άρχισε να δέχεται αλλεπάλληλες προτάσεις για συνεργασίες σε νυκτερινά κέντρα, σε θέατρα και σε κινηματογράφους.
Εκείνη την εποχή, οι συνθέτες και οι τραγουδιστές υπέγραφαν συμβόλαια αποκλειστικής συνεργασίας με τις διάφορες εταιρείες δίσκων. Ο Λαμπρόπουλος, στον οποίο ανήκε η εταιρεία Κολούμπια, η πιο μεγάλη στον χώρο, είχε συμβόλαια με τον Τσιτσάνη, τον Καλδάρα, τον Μπιθικώτση, και έσπευσε να καπαρώσει και τον Ξαρχάκο. Υπέγραψε και ο Ξαρχάκος και η « Άπονη ζωή» μεταδιδόταν συνεχώς από τις διαφημιστικές εκπομπές της εταιρείας. «Και τώρα, θ’ ακούσετε ένα καταπληκτικό τραγούδι του Σταύρου Ξαρχάκου, με ερμηνευτή τον Γρηγόρη Μπιθικώτση». Εγώ, πουθενά!
Μεγάλη δισκογραφική αντίπαλος της Κολούμπια ήταν η Οντεόν, που είχε για βασικούς τραγουδιστές της τον Καζαντζίδη, τον Περπινιάδη και τον Πέτρο Αναγνωστάκη. Την εταιρεία την διηύθυνε ο Μίνως Μάτσας, αλλά το ζήτημα της επιλογής τραγουδιών το είχε αναθέσει στον γιο του, τον Μάκη. Ο ανταγωνισμός Κολούμπια και Οντεόν ήταν σκληρός. Αλλά σε οικονομικό επίπεδο, πρωταγωνιστούσε η Κολούμπια.
Με το που άκουσε ο Μάκης Μάτσας την « Άπονη ζωή», έμεινε ξερός! Κάπου βρήκε το τηλέφωνό μου και μου τηλεφώνησε αμέσως. Με την ευκαιρία, κάρφωσε και τον Λαμπρόπουλο: «Δεν ντρέπονται στην Κολούμπια, να μην αναφέρουν το όνομά σου στις εκπομπές τους;». Δεν είπα τίποτα. Την άλλη μέρα, όμως, ο Μάτσας, έκανε την αντεπίθεσή του. Έβαλε τον Λεοντή να ενορχηστρώσει με τη δική του αντίληψη την « Άπονη ζωή» και ανέθεσε την ερμηνεία του τραγουδιού στον Στέλιο Καζαντζίδη και τη Μαρινέλλα. Νέος θρίαμβος και σ’ αυτή την εκτέλεση! Και από κει και πέρα, άρχισαν όλα για μένα. Από τη μια μέρα στην άλλη, έγινα στιχουργός με όνομα! Σε βαθμό που η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, με τα παράσημα από το «Δυο πόρτες έχει η ζωή» και το αναμφισβήτητο κύρος της, έσπευσε να δηλώσει: «Αυτός ο νέος, ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, θα μας στείλει όλους στη σύνταξη!». Υπερβολές, βέβαια. Αλλά, τραγούδι, χωρίς υπερβολές, δεν γίνεται.

Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος
Πρώτη ηχογράφηση: Γρηγόρης Μπιθικώτσης, Ρία Κούρτη (1963)
Από την ταινία του Βασίλη Γεωργιάδη «Κόκκινα Φανάρια» και το ομώνυμο soundtrack

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s