Νικηφόρος Βρεττάκος, Το παράπονο του σκοτωμένου

Το παράπονο του σκοτωμένου

Με σκότωσαν για ένα τριαντάφυλλο.


Για ένα χαμόγελο με σκότωσαν.


Είδανε μιαν αυγή

τη θλίψη ενός περιστεριού
να κάθεται πάνω στη στέγη μου.
Είδανε την αγάπη μέσα μου
δεν μπόρεσα να την κρύψω.
Την άσπρη αυτή προκήρυξη
την είχε γράψει ο Θεός
όρθιος πάνω στην κούνια μου.
Μ’ είχε ορκίσει το δάκρυ
και το ψωμί –
μου βρήκαν
μια ελπίδα μες στον κόρφο μου
κρυμμένη και γι’ αυτό
με σκότωσαν.

Γι’ αυτό

δεν είχε η πούλια βασιλέψει,
ρόδιζε μόλις, όταν
μ’ έστησαν όρθιον.

Ψήλωσα

Ψήλωσα


Ψήλωσα


σαν μια κολόνα φάνταξα

με λιονταρίσια χαίτη
μπροστά στα είκοσι στόματα
των τουφεκιών.
Με σκότωσαν 
για μια «καλημέρα».

Μέσα στη μνήμη μου αμυδρά
γυρίζει ακόμα ο ήλιος.

Άνοιγα το παράθυρο

Και κοιτούσα τον κόσμο.
Γλυκά μού μίλαγε κι εγώ
γλυκά τού αποκρινόμουν
με μια καρδιά γιομάτη αηδόνια
και όνειρα.

Μα, πέστε μου,

αφού με δίχως ν’ αγαπώ
δεν μπορούσα να ζήσω
τι έπρεπε να κάμω;

Από τη συλλογή Ο χρόνος και το ποτάμι (1957) του Νικηφόρου Βρεττάκου

Πηγή: Νικηφόρος Βρεττάκος, η εκλογή μου [Ποιήματα 1933-1991] (εκδόσεις Ποταμός, 2008)

Σχολιάστε.

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.