Νικηφόρος Βρεττάκος, Τρία ποιήματα στη γυναίκα με το τσακισμένο χέρι

Τρία ποιήματα στη γυναίκα με το τσακισμένο χέρι

Στην Καλλιόπη Αποστολίδη-Βρεττάκου

I. Το αμίαντο χέρι


Έφυγες με μισό χέρι για τον αγρό του Βοόζ
να μας στείλεις ένα ψωμί καλοζυμωμένο,
ζεστό, σαν την αγάπη της μάνας
που προσπαθεί να ζεστάνει του βρέφους της
τα χεράκια με την ανάσα της,
με πολύν ήλιο πάνω στη φλούδα,
με πολλά δάκρυα μέσα στην ψίχα του.

Μες στο καράβι που άρχισε να βουλιάζει

σε περιμένουμε και οι τρεις:

Να μας φέρεις πίσω το χέρι σου.


Το χέρι που σφύριζε σαν μαστίγιο στον άνεμο,

απειλώντας τη μοίρα, πλένοντας τις αυλές,
αθροίζοντας σε αριθμούς τα δέματα και τους τόνους
που φέρνανε τα καράβια.
Το χέρι σου που έπιανε το μαστό σου όταν θήλαζες
πλαγιασμένο στο στήθος σου ένα τριαντάφυλλο·
το χέρι σου που έκοβε υφάσματα λύπης
και μπάλωνε με κλωστές από φως
των παιδιών μας τα ρούχα.
Το χέρι σου,
που αγρύπναγε στις προφυλακές κι αντιστέκονταν
σαν ένας ολόκληρος ιερός λόχος.
Τόσο αμίαντο κι ιερό, δεν ξέρω πού να το βάλω,
πού να ‘βρω μέρος καθαρό – μια θήκη θαλασσιά
κομμένη από τον ουρανό ή απ’ της Παναγίας το ιμάτιο.
Στεφανωμένο με πορτοκαλάνθια,
το νιώθω κρεμασμένο μέσα μου
σαν τον Ιησού στο σταυρό
πάνω στην Άγια Τράπεζα
στο εξωκκλήσι του Άι-Γιώργη μας.

II. Όλα είναι μοναξιά στο Καλέντζι

Υπάρχουν σπίτια στον κόσμο
που δεν έχουν κανένα παράθυρο.
Ούτε καν για ένα άστρο,
ούτε για ένα κλωνάρι μυγδαλιάς, για ένα στάχυ
ή για μιαν ηλιαχτίδα διπλωμένη στα τέσσερα,
σαν ένα γράμμα που το στέλνει ο Θεός.
(Τέτοιο γράμμα δεν έλαβες.)

Δίχως θέα στο μέλλον,

περπατούσες στα νύχια, γονάτιζες,
αφουγκραζόσουν τον ύπνο μας τα μεσάνυχτα,
μας έλουζες και μας χτένιζες,
μας φορούσες καθαρά ρούχα την Κυριακή,
μας συνόδευες κάτου στην πόρτα
και μας κοίταζες άφωνη, ώσπου 
μας έπαιρνε ο ήλιος.

Όλα ήταν για μας. 
Για σένα δεν είχε τίποτα ο κόσμος.
Για μας τα λουλούδια κι η θάλασσα,
τα τραγούδια και η Λαμπρή.

Χωρίς δαχτυλίδι στο χέρι,

περιχαρακωμένη στη μοίρα σου,
ψήλωνες μέσα στη μοναξιά σου,
μας μάλωνες με την πίκρα σου.

Κι ενώ τρέχαμε μεις

πιασμένοι απ’ τα χέρια
ν’ αγκαλιάσουμε τον ορίζοντα, εσύ
έψαχνες για παράθυρα,
σ’ ένα σπίτι παράξενο και πικρό, που δεν είχε
τίποτε άλλο εκτός
από μια πόρτα να φύγεις.

Μα τα πλοία δεν σε παίρνανε
γιατ’ είχες τον άνεμο και τη θάλασσα μέσα σου
γιατ’ είχες μιαν έρημο μέσα σου, δίχως
πουλί και τραγούδι.

Τα παιδιά μας διαβάζουν γύρω απ’ τη σόμπα.

Γελούν τα τετράδιά τους ανοιγμένα στο φως.
Το τραπέζι είν’ έτοιμο· κανένας δε λείπει.
(Εσύ πάντα έλειπες.)

Τώρα θα βρέχει εκεί πάνω που βρίσκεσαι·
έτσι δεν είναι; Μπορεί να χιονίζει.
Τι λέω; Αν χιονίζει; Χιονίζει
μέσα σ’ όλη την έκταση 
της μοναξιάς και της λύπης σου,
μέσα σ’ όλη την έκταση
της συλλογής σου.
Το ξέρουμε
κι όταν βγαίνει ο ήλιος
παρακαλούμε κι οι τρεις:

«Ήλιε μας, κόψε μια πήχυ απ’ τη λάμψη σου,
ν’ αναπάψει το χέρι
σταυρωμένο στο σήθος της.
Το σπίτι της είναι
κάτω απ’ το σύννεφο.»

Δεν έχουμε άλλο.


Οι δρόμοι είναι ανάστατοι.

Τα ποτάμια θολά.

Καληνύχτα σου.


III. Τα δεκατέσσερα παιδιά

«… Εν αρχή ήν η αγάπη…» μελωδούσε γιομίζοντας
το γυμνό σου δωμάτιο μια παράξενη άρπα
καθώς σ’ έπαιρνε ο ύπνος και το χέρι σου, κρύο,
σαν κλωνί λεμονιάς σε νεκρό, αναπαύονταν
πάνω στο στήθος σου. Κι έβλεπες 
πως άνοιγε τάχα μια πόρτα στον ύπνο σου.
Πως μπαίναν τα δεκατέσσερα παιδιά λυπημένα
και στεκόντουσαν γύρω σου. Τα μάτια τους θύμιζαν
σταγόνες σε τζάμια: «Έλεος! Έλεος! Έλεος!…»
Τινάζοντας τη βροχή και το χιόνι από πάνω τους,
τα ζύγιαζες με το βλέμμα σου σα να ‘θελες να τους κόψεις
την ευτυχία στα μέτρα τους, ενώ η άρπα συνέχιζεν
απαλά μες στον ύπνο σου: «Ό,τι θέλει κανείς
μπορεί να φτιάξει με την αγάπη. Ήλιους κι αστέρια,
ροδώνες και κλήματα…» Αλλά εσύ προτιμούσες
μποτίτσες φοδραρισμένες με μάλλινο,
πουκάμισα κλειστά στο λαιμό –
γιατί φυσάει πολύ στο Καλέντζι!
Έβλεπες πως ράβεις με τα δυο σου χέρια,
έβλεπες πως ζυμώνεις με τα δυο σου χέρια
κι ονειρευόσουν πως μπαίνεις στην τάξη
με δεκατέσσερις φορεσιές,
με δεκατέσσερα χριστόψωμα στην αγκαλιά σου.

Αλλά ξύπναγες το πρωί κι άκουγες που έβρεχε.
Σε δίπλωνε σα μια λύπη τ’ αδιάβροχό σου
κι ο δρόμος για το σχολειό γινόταν πιο δύσκολος.
Βάδιζες κι είχες σκυμμένο το πρόσωπο
σα να ‘ταν κάποιος απάνω σου και να σ’ έκρινε
για τ’ άδεια σου χέρια. Σα να ‘φταιγες μάλιστα,
σ’ όλη τη διαδρομή σε μπάτσιζε το χιονόνερο.

Έμπαινες στο σχολειό κι όπως τ’ αντίκριζες

μοιραζόταν σε δεκατέσσερα χαμόγελα το πρόσωπό σου.
Θυμόσουν πως η αγκάλη σου ήταν μισή
κι ανεβαίνοντας πάνω στην έδρα σου,
άνοιγες τη λύπη σου και τα σκέπαζες
όπως ο ουρανός σκεπάζει τη γη.

Ώρα 8 και 20′ ακριβώς.
Το μάθημα αρχίζει κανονικά.
Εσύ πάνω στην έδρα κι απ’ αντίκρυ σου ο Χριστός,
απαλός και γλυκύς μες στο κάδρο του,
δίνετε τα χέρια πάνω από τα κεφάλια τους
να τους κάμετε μια στέγη από ζεστασιά
γιατί σας ήρθανε και σήμερα μουσκεμένα
κι η λύπη περπατάει μες στα μάτια τους
όπως ο σπουργίτης πάνω στο φράχτη.

Το καλαμπόκι δεν ψώμωσε το περσινό καλοκαίρι
κι ακούς το ψωμάκι που κλαίει μες στις μπόλιες τους.
Ώρα 10 και 20′. Το μάθημα συνεχίζεται.
Οι σπουργίτες σου χτυπούν τα φτερά τους.
Το μολύβι πεθαίνει ανάμεσα στα κοκαλιασμένα τους δάχτυλα.
Η καρδιά σου είναι τώρα μια στάμνα σπασμένη.
Τα λόγια σου βγαίνουν αργά, σα μια βρύση που στέρεψε:
«Ο μέγας Αλέξανδρος… Ο μέγας Αλέξανδρος… Ο μέγας Αλέξανδρος…»
Τα δάχτυλά σου είναι πέντε. Μετράς το ένα χέρι σου
-τ’ άλλο σου βρίσκεται τυλιγμένο σε συννεφιά-
τα δάχτυλά σου είναι πέντε. Σηκώνεις το πρόσωπο,
κοιτάζεις τη στέγη, κάνεις πως σκέφτεσαι
σκύβεις πάλι στην έδρα, ξεφυλλίζεις τον Αίσωπο,
κατεβαίνεις και γράφεις στο μαυροπίνακα,
κοιτάζεις τον ουρανό απ’ το παράθυρο,
γυρίζεις το κεφάλι σου αλλού,
δεν μπορείς άλλο παρά να κλάψεις.
Παίρνεις το μαθητολόγιο στα χέρια σου,
κάτι ψάχνεις να βρεις, το σηκώνεις διαβάζοντας
και σκεπάζεις το πρόσωπό σου.

Τα σύννεφα έχουν μπει μες στην τάξη.
Αντίκρυ σου κι ο Χριστός παραδέρνει σ’ αμηχανία.
Θαρρείς και σηκώνει στ’ αλήθεια τα χέρια του
ενωμένα στο φως που πέφτει από πάνω του.
Νιώθει στενόχωρα όπως τα μεσάνυχτα στη Γεθσημανή
και δεν είμαι εκεί να σου χτυπήσω τον ώμο
και δεν είμαι εκεί να σου ειπώ: Δώσ’ του θάρρος,
βοήθησέ τον να βγει απ’ τη δύσκολη θέση,
κατέβαινε, διάσχισε την αίθουσα γρήγορα,
μην τον αφήνεις εκτεθειμένο στα βλέμματα των παιδιών,
δώσ’ του ένα βιβλίο να κάνει πως συλλαβίζει,
δώσ’ του ένα βιβλίο να κρύψει τα μάτια του.

Από τη συλλογή Ο χρόνος και το ποτάμι (1957) του Νικηφόρου Βρεττάκου

Πηγή: Νικηφόρος Βρεττάκος, η εκλογή μου [Ποιήματα 1933-1991] (εκδόσεις Ποταμός, 2008)

Σχολιάστε.

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.