Νικηφόρος Βρεττάκος, Έξοδος με το άλογο

Έξοδος με το άλογο

Στους Τατιάνα και Ροζέ Μιλλιέξ

Τραγουδώ σαν πουλί
στ’ ακρινότερο δέντρο του κόσμου!
Αγαπώ, άρα υπάρχω.

«Άνεμε της χαράς, σπρώξε τις πόρτες,
άνοιξε τις πηγές, πάρε τις στέγες,
σήκωσε τα βουνά!

Δώστε τα χέρια!
Πλησιάστε τις καρδιές! Κλάφτε απ’ αγάπη!»

Οι καμπάνες χτυπούν, τέλειωσε η νύχτα!
Ξημέρωσε έξω! Ακόμα να σ’ το ειπούνε
τα δάκρυά σου; Ξημέρωσε! Απ’ τις γρίλιες
πηδούν μικρές φωτιές μέσα στο σπίτι.
Έξω το φως – ετοίμασ’ την καρδιά σου –
χτυπιέται από παντού πάνω του, βουίζει,
ζητά να πέσει κάπου και να γίνει
αίμα, χορός νυφιάτικος κι αγέρας
από φωνές του Θεού. Κλείσαν οι δρόμοι,
το σπίτι σου είναι περικυκλωμένο
παντού από τη χαρά, δε θα μπορέσεις
να φύγεις, σε ζητάνε, σου χτυπάνε
την πόρτα σου, έχει φέρει τ’ άλογό της,
έφερε τ’ άλογό της να σε πάρει,
βάλε τη φορεσιά σου, βάλε τ’ άνθη
που σου μάζωξε η μάνα σου, τα δάκρυα
που τα πήρε το φως κι έγιναν κόμποι
κάτασπρης λεμονιάς. Έξω κουνιέται
σαν ποταμός ο κόσμος. «Ήλιος! Ήλιος!»
Βγάλε την άσπρη μπόλια της ψυχής σου,
φέρ’ την κύκλο στο φως!

«Δώστε τα χέρια!
Πλησιάστε τις καρδιές! Κλάφτε απ’ αγάπη!»

***
Σαν κόκκινος χαλκός, έξω απ’ την πόρτα
τ’ άλογο της χαράς, με το κεφάλι
στυλωμένο κατάντικρυ στο σύμπαν,
χρεμετίζει ανεβάσταγο! Ο λαιμός του
πάλλεται μες στο φως σαν ν’ αναβλύζει,
αστράφτει απανωτά, ο κόσμος έχει 
σκιστεί σαν αποκάλυψη. Πηδώντας
πάνω του μονομιάς, παίζω τα γκέμια
και τον ήλιο στα χέρια μου. Καλπάζει,
σπιθοβολούν τα πέταλα, χορεύουν 
δυο ρόδα στα καπούλια του! Γιομίζει
φως κι ουρανό το στόμα μου, η ψυχή μου
ξακοντίζεται στο άπειρο: «χαρά!
» Ήσουνα εσύ, χαρά! Σαράντα χρόνια
» γιατί να μη μου ειπείς! Δεν το ‘χα νιώσει
» πως ήμουν η αποθήκη σου, χαρά,
» πως κουβαλούσες μέσα σου κανίστρια
» μ’ αντιφεγγιές απ’ τ’ άπειρο, πως ήταν
» τα χέρια σου, χαρά, που ξεδιπλώναν,
» το ουράνιο τόξο πάνω μου, πως ήμουν
» γιομάτος πόρτες που έμπαιναν τ’ αστέρια
» κι έμπαιναν τα πουλιά! Τώρα θυμάμαι!
» Ήσουνα, εσύ, που φώναζες τις νύχτες,
» μέσ’ απ’ το τζάκι, κάτω απ’ το σκαμνί μου,
» πάνω από το φεγγίτη. Ήσουν εσύ,
» που την αυγή λουλάκιαζες τα ρείκια,
» που κούναγες τ’ αστέρια και το γέλιο
» τ’ Άι-Γιωργιού που κοντόστεκε τραβώντας
» τ’ αλόγου του τα γκέμια και που πάντα
» με κοίταζε σα να ‘θελε ν’ απλώσει
» το χέρι του στον ώμο μου! Χαρά,
» ήσουνα, εσύ, χαρά, που είχες ανοίξει
» ένα χρυσό παράθυρο στα μαύρα
» σύννεφα τ’ ουρανού, είχες ακουμπήσει
» πάνω του και με φώναζες, χαρά, 
» ήσουνα εσύ χαρά…»

«Δώστε τα χέρια!
Πλησιάστε τις καρδιές! Κλάφτε απ’ αγάπη!»

***

Ξάφνου σε μια στροφή τ’ άλογο βλέπει
την άσπρη κερασιά που έχει φυτρώσει
πάνω στην πέτρα που έκλαια κι αφηνιάζει
θαμπωμένο από τ’ άνθη της! Ανοίξαν
πάνω μου οι ουρανοί και αδειάζουν κάτω
σαν μέσ’ από κανίσκια περιστέρια
που σιμώνουν τη γης, γράφουνε κύκλους
πάνω απ’ την πέτρα που έκλαιγα και πάλι
ψηλώνουνε στο φως. Είναι τ’ αστέρια;
Είναι τα περιστέρια; Έχει γιομίσει
μ’ άσπρα φτερά το στερέωμα. Η χαρά, 
άνεμος φωτεινός, ανοιγοκλείνει
με δύναμη τις πόρτες! Η χαρά
σκουντά τους ουρανούς κι αποκαλύπτει
των άστρων τις κινήσεις! Η χαρά
σαλεύει πέρα δώθε τα ποτάμια
που τρέχουν προς τη θάλασσα! Η χαρά
βαστάζει τα βουνά όρθια! Η χαρά
είναι που θα τα κάνει αύριο ν’ αρχίσουν
να περπατούν στο φως, ψέλντοντας όλα
μαζί πάνω στη γης:

«Δώστε τα χέρια!
Πλησιάστε τις καρδιές! Κλάφτε απ’ αγάπη!»

***

Χιονίζουν οι ροδιές κόκκινα φώτα,
χιονίζουν οι μηλιές. Γύρω μας πέφτουν
ψιλή βροχή τα χρώματα, φωνές…
– Νικηφόρε!…
                            – Χαρά!…
                            Ποιος μου φωνάζει;
Γέρνω τ’ αυτί μου κάτω, είναι το χώμα,
ξεπηδάνε φωνές μέσ’ απ’ το χώμα,
τραβώ τα χαλινάρια, τ’ άλογό μου
στριφογυρίζει ορθό, παίζει στον ήλιο
τα μπροστινά ποδάρια του, φωνές,
                            – Νικηφόρε!…
                            – Χαρά!…
                            Γέρνοντας κάτω,
γονατίζω στη γη, φιλώ το χώμα,
ξαναπετιέμαι ορθός, στέκομαι, ακούω,
θαρρώ πως κρουσταλλίζουνε τ’ αστέρια
καθώς στρέφονται γύρω απ’ την αγάπη,
καθώς στρέφονται γύρω από το κέντρο
με το κρίνο του σύμπαντος. Σαν ένας
διάφανος γαλαξία απ’ ανθισμένες
πορτοκαλιές πλημμύρισε τον αέρα,
χιονίζει έν’ άσπρο φως μες στην ψυχή μου,
νιώθω ξανεμισμένος μες στο χώρο,
όπως ένα βουνό σπαθοκομμένο
που ολόγυρα στις τέσσερις πλευρές του
χύνεται ο ουρανός κι ο ήλιος σπαθίζει
με δύναμη το φως του. «Ήλιος! Ήλιος!»
Το κύμα που μποδίζονταν να σπάσει
κι έβραζε σφηνωμένο στης ψυχής μου
τους βράχους, λευτερώθη και σηκώθη
και χορεύει στου ορίζοντα την άπλα!
Με χορεύει το χώμα, φτερουγίζω,
περπατώ, φτερουγίζω, τ’ άλογό της,
ήταν τόσο κοντά μου τ’ άλογό της,
ξαναπηδώ στη μέση του, τα γκέμια
τινάζονται στον ήλιο, το κορμί μου
χοροπηδάει στο φως.

«Δώστε τα χέρια!
Πλησιάστε τις καρδιές! Κλάφτε απ’ αγάπη!»

***

«Σε ξέρω, σε θυμήθηκα, είχες ένα
» πρόσωπο στρογγυλό σαν το φεγγάρι,
» σ’ είδα σφαγμένη, σ’ είδα ακουμπισμένη,
» σ’ ερείπια, σε σταυρούς, σε κενά λίκνα,
» σε φέρετρα, χαρά, ο ήλιος για σένα,
» χαρά, θα λυτρωθείς…»
                         Τ’ άλογο τρέχει,
κουνιούνται οι βρύσες μέσα μου, κουνιούνται
τ’ άσπρα κλωνάρια μέσα μου, κουνιούνται
μέσα μου τα τραγούδια!
                         Χόπλα! χόπλα!
Λικνίζονται τα ρούχα μου, στ’ αυτιά μου
σφυρίζει ο αγέρας πάμφωτος, στο βάθος
γιομίζει τον ορίζοντα αναμμένο
το μεγάλο βουνό. Τ’ άλογο τρέχει,
– Χαρά!… Χαρά!… Χαρά!…
                         Είναι η φωνή μου
σκίστηκε εντός μου ο βράχος κι αναβλύζει
ψηλό κλωνί φωτιάς! Μυριάδες σπίθες,
κορυδαλλοί ξεχύνονται στον αέρα,
δεξιά κι αριστερά κρέμονται σκάλες,
άγγελοι κατεβαίνουνε ν’ ανάψουν
τα κεριά της χαράς απ’ τη φωνή μου,

σ’ όλο τον ουρανό τρέχουνε φώτα…

– Χαρά!… Χαρά!… Χαρά!….
                         Τ’ άλογο τρέχει,
σα να ‘χα ‘ρθει απ’ το μέλλον ν’ απαντήσω
τον κόσμο που αργοπόρησε, και πάλι
να επιστρέφω στο μέλλον, βλέπω πέρα,
κάπου μακριά, στο βάθος, να μου γνέφουν
κόσμο, χαρά, μαντίλια που σαλεύουν
πάν’ απ’ τις σκαλωσιές! Σαν το μελίσσι
που φτερουγάει στο φως, τρέχουν απάνω,
τρέχουνε κάτω, χτίζουν, πελεκάνε,
σταυρώνουν ξύλα στ’ άπειρο, έχει γίνει
μια σκαλωσιά το σύμπαν! Βλέπω στάχυα
στου Έβερεστ τις πλαγιές, βλέπω δρεπάνια,
όμοια με μισοφέγγαρα, ν’ αστράφτουν
πάνω από τις κορφές!

«Δώστε τα χέρια!
Πλησιάστε τις καρδιές! Κλάφτε απ’ αγάπη!»

***

Πάνω μας οι κορφές πανηγυρίζουν!
Με το στήθος του ολόρθο τ’ άλογό μου
τις διπλώνει μια μια· σαν μπερδεμένο 
μέσα στον ήλιο, στέκει στους αυχένες,
στηρίζεται στην κόψη τους με το ‘να
ποδάρι του, ζυγιάζεται, παλεύει
το φως με το κεφάλι του, δαγκώνει
όπως το ξερό χόρτο τις αχτίδες!
Μπλέκεται η λάμψη πάνω μας κι αρχίζει
να χαμηλώνει, ανάβει και μουγκρίζει
όπως μια καταιγίδα. Τ’ άλογό μου
ανεβαίνει στο φως δίχως να βλέπει.
Γυρίζει το κεφάλι σα να θέλει
να το κρύψει στα ρούχα μου που ανοίγουν,
σάμπως να τα φυσάει ένας μέγας αέρας
βγαλμένος απ’ το φως. Κλαίει, χρεμετίζει,
με κοιτάζει στα μάτια. Έχουμε πιάσει
τα τελευταία γκρεμνά! Φτάνουμε! Λίγο!
Πέντε σαλτιές ακόμη! Ας ψιχαλίζει
ίλιγγο και φωτιά! Φτάνουμε! Φτάνου…
– Χαρά!… Χαρά!… Χαρά!…
                        Τα πουλιά του ήλιου
μου πήρανε τα γκέμια! Δεν τ’ ορίζω.
Μας οδηγούνε! Βγήκαμε!
                        – Χαρά!…
Βγήκαμε! Οι πόρτες άνοιξαν!
                        – Χαρά!…
Βγήκαμε!
                        Πάνω, ολόγυρα, στο βάθος
του σύμπαντος, ανεβοκατεβαίνουν
σε πλήχτρα και χορδές κατά χιλιάδες
τα σφυριά της χαράς.

«Δώστε τα χέρια!
Πλησιάστε τις καρδιές! Κλάφτε απ’ αγάπη!»

***

Ξεπεζεύω κατάκορφα. Δεν έχει

δρόμο πιο πάνω· μόνο μια παλάμη 
πάνω από την παλάμη μου που λάμπει,
δε βλέπεις, δεν μπορείς, δεν ανεβαίνεις,
δεν έχει να διαβείς. Τ’ άλογο γέρνει
και ξαπλώνεται πλάι μου. Ψάχνω κάτω,
μαδώ τον ήλιο πάνω από το χιόνι,
κοιτάζω γύρω μου, ίχνη δεν υπάρχουν.
Δεν έχει ανέβει εδώ κανένας άλλος.
Σα να ‘χει αποσυρθεί μονάχα λίγο
προτού να φτάσω ο Θεός, μερικά κρίνα
σαλεύουνε στο χιόνι. Στέκομαι όρθιος.
Ολόγυρά μου ανοίγει το μεγάλο 
κύκλο του ο κόσμος. Όλο μου το βάρος
είναι η καρδιά μου. Πάνω μου σαν ένας
κατακλυσμός ρυθμών, σαν ένας αίνος
ακούονται να γυρνούν, βουίζοντας, δίχως
να φαίνονται τ’ αστέρια. Στα δάκρυά μου,
όπως γυρνάω το πρόσωπο σπιθίζουν
οι γύροι των σφαιρών.

«Δώστε τα χέρια!
Πλησιάστε τις καρδιές! Κλάφτε απ’ αγάπη!»


Από τη συλλογή Έξοδος με το άλογο (1952) του Νικηφόρου Βρεττάκου

Πηγή: Νικηφόρος Βρεττάκος, η εκλογή μου, ποιήματα 1933-1991 (εκδ. Ποταμός, 2008)

Σχολιάστε.

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.