Νικηφόρος Βρεττάκος, Η πορεία στην κορφή

Η πορεία στην κορφή

Συχνά, μι’ αέναη θάλσσα που την εγκαταλείπει ο ήλιος μεθυσμένη
στη γαλανή Μεσόγειο και που στα πανιά των καραβιών της ψιχαλίζει το λυκόφως,
οραματίζομαι.
Μια θάλασσα στη ρίζα ενός βουνού,
που είναι η κορφή του πιο συχνά περιβλημένη από νεφέλες,
που έρχεται και χτυπιέται κι επανέρχεται
και που επιμένει όσο βαστάει ο χρόνος.
Γιατί όμοια με το κύμα της που ρίχνεται και θραύεται πάνω στους βράχους,
όμοια κι εγώ συντρίβομαι κι υποχωρώ. Κι όμοια παφλάζοντας,
καινούργια ρεύματα απ’ τα βάθη μου ξανασυνθέτουν τη μορφή μου
και ξαναρίχνομαι στους έξοχους βράχους! Πάλι συντρίβομαι
και πάλι προς την άφταστη κορφή το βλέμμα μου ξανασηκώνω
ενώ η νυχτιά, μαρμαίροντας στα ύψη, σκέπει τα πάντα,
βρέχοντας πάχνη φωτεινή μες στου Ταϋγέτου τις χαράδρες.

Εδώ είναι οι μέρες μου κι οι νύχτες μου. Κι εδώ με βρίσκουν
οι άγγελοι που βαθιά χαράματα πάνω απ’ τα χιόνια κατεβαίνοντας,
με βήματα χρυσού αλαφιού, φέρνουνε κρίνους στις μητέρες
των αυριανών εσταυρωμένων, ενώ λάμπει ο τόπος
απ’ τα χαμόγελα κι απ’ τις ελπίδες που σημαίες μοιράζουνε στις πέτρες.
Κι εδώ με βρίσκουν με τα κίτρινά τους φαναράκια κατεβαίνοντας μες στις λινοστολές τους
οι πεθαμένοι, που της πίκρας τους αφήνουν μέσ’ απ’ τα γυμνά δόντια τους να ξεφύγει
το απόσταγμα: «Ιδές! Ο μεγάλος άνεμος παρασύρει τα πάντα!

Απ’ την κορφή γυρίζουμε όλοι!»

Εδώ με βρίσκουν και μ’ αφήνουν όλα. Εδώ σκυμμένος,
με τα μαλλιά μου κρεμασμένα στη βροχή που μου ρυτίδωσε
ως το κόκαλο το χάλκινο χαμόγελό μου,
χαράζω με το δάχτυλο δυστυχισμένα γράμματα στο χώμα.
Γράφω την ώρα στο άπειρο του χρόνου, τ’ αρχικά του ονόματός μου
στις πέτρες. Ώρες κορυφαίες που ανθίσταται το πνεύμα μου
ζητώντας να μετακινήσει τους βαρείς νόμους της φύσης!

Μέσα στην ανυπόταχτη συνείδησή μου η θέα
μπήγεται του πανύψηλου όρους, κι όπως η θάλασσα
έρχομαι κι επανέρχομαι. Ρίχνομαι αναστενάζοντας
μες στα γιομάτα θόρυβο σύννεφα, μες στη νύχτα,
λικνίζομαι για να κρατηθώ, λάμπω και ξαναπέφτω!

Μ’ άκαμπτο υπάρχει μέσα μου ένα λαμπερό μέταλλο
που αντιστέκεται
σαν το σπαθί του αρχάγγελου Μιχαήλ. Κλαίω κι επιμένω
κι έχω βαθιά την αίσθηση πως από κάπου φέγγει
και πως οι ατέλειωτες ουρές δεν ήτανε καθόλου οι πεθαμένοι
που επέστρεφαν από το δρόμο της κορφής, αλλά τα δέντρα της αλέας,
που συχνά η φύση παρασύρει στις βαλπούργιες νύχτες της.

Κι άξαφνα, ιδού, που ανάμεσα από δυο νεφών τ’ απόκρημνο
σχίσιμο στον ορίζοντα,
προβαίνει ωραίος κι αχτινωτός ο ήλιος, στάζοντας άβυσσο.

Μα ενώ λικνίζεται ο βασανισμένος μου σάκος κι ενώ ανεβαίνω,
σπάζουν τα στάχυα του φωτός. Ο ήλιος βουλιάει στα μαύρα
σύννεφα κατακόκκινος. Κλείνει η ουράνια θύρα.
Δέντρο που σπάει, κλονίζεται η μέρα. Οι βροντές τσακίζουν
τα γκρεμνά του όρους. Τήκονται τα ύψη και σκοτειδιάζει!
Ούγιες μακριές οι κίτρινες ραβδώσεις της αβύσσου,
μου ψέλνουν με θολούς αυλούς, σέρνοντας θειάφι και έρημο
των μάταιων αναχωρητών το Ρέκβιεμ:
«Νικηφόρε!…
σ’ αυτούς τους ίδιους τόπους έχουν κοιμηθεί πολλοί, σ’ αυτές τις ίδιες πέτρες,
κλαίει και θα κλαίει ο Άριελ όσο θα βγαίνει ο ήλιος
γιατί η χαρά είναι δύσκολη έξω απ’ τον ουρανό
κι όλα κυρώνουν έξω από την αιωνιότητα!»

Και να που ξάφνου ο άγιος Φραγκίσκος της Ασίζης
προβαίνει αντίκρυ στης πλαγιάς το ξάγναντο. Κι ενώ
οι ερεθισμένες αστραπές σαλεύουνε στο μέτωπό του
σαν φύλλα επουρανίου δρυός, φωνάζει τα πουλιά που κρυώνουν
να τα σκεπάσει, ανοίγοντας μες στη βροχή το φόρεμά του.
Μα ενώ γιομίζει με φωνή αηδονιού τη σκοτεινή ατμόσφαιρα, ενώ σφυρίζει
στις γλώσσες όλων των πουλιών του κόσμου, τον σκεπάζουν
τα σύννεφα σιγά σιγά κάτω απ’ τον καταρράχτη
ενός ουράνιου ρεύματος μαύρου. Κι όπως τρεκλίζει
πέτρα την πέτρα στα γκρεμνά ανάμεσα με υψωμένα
τα χέρια του στους ουρανούς κραυγάζοντας, «Κύριε! Κύριε!»
μ’ ένα ψαλίδι οι κεραυνοί κόβουν τα δάχτυλά του!

Και γράφω στα τετράδιά μου την ημερομηνία, τον τόπο και τη θύελλα.
Και γράφω όλα τα γράμματα που υπάρχουνε μέσα στο σύμπαν, είτε
σε μουσική, είτε σε φως, είτε σ’ επίγειους στεναγμούς, και γράφω
το άπειρο. Ακούω, βλέπω, μετρώ, σιωπώ και κλαίω. Ζυγιάζω
τη δημιουργία στη θλίψη μου. Κι ενώ στη μια παλάμη μου πάνω αναπαύεται ένας
μικρός Χριστός, με τ’ άλλο μου χέρι κρατώ μι’ αχτίδα
και γράφω με αίμα και φωτιά πάνω στη Γη: «Αδελφοί μου!
μια λέξη μόνο είναι η κορφή και η ποίηση και η γνώση…»

Και γράφω στα τετράδιά μου μόνον αυτό: «Αγάπη».

Από τη συλλογή Ο Ταΰγετος κι η σιωπή (1949) του Νικηφόρου Βρεττάκου

Πηγή: Νικηφόρος Βρεττάκος, η εκλογή μου, ποιήματα 1933-1991 (εκδ. Ποταμός, 2008)

Σχολιάστε.

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.