Νικηφόρος Βρεττάκος, Μεγαλυνάρι

Νικηφόρος Βρεττάκος & Τερψιχόρη Παπαστεφάνου, Τ’ όνομά σου
(τραγούδι: Δανάη Μπαραμπούτη & Χορωδία Τρικάλων / δίσκος: Ελεύθεροι πολιορκημένοι (1971))

Μεγαλυνάρι

Τ’ όνομά σου: ψωμί στο τραπέζι.
Τ’ όνομά σου: νερό στην πηγή.
Τ’ όνομά σου: αγιόκλημα αναρριχώμενων άστρων.
Τ’ όνομά σου: παράθυρο ανοιγμένο τη νύχτα στην πρώτη του Μάη.

Τ’ όνομά σου: ρινίσματα ήλιου.
Τ’ όνομά σου: στροφή από φλάουτο τη νύχτα.
Τ’ όνομά σου: στα χείλη των αγγέλων τριαντάφυλλο.
Τ’ όνομά σου: κουδούνισμα αλόγων που σέρνουν την άνοιξη πίσω τους.
Τ’ όνομά σου: βροχούλα στου σπορέα το μέτωπο.
Τ’ όνομά σου: περίσσευμα στου βοσκού την καλύβα.
Τ’ όνομά σου: τοπίο χωρισμένο με χρώματα.
Τ’ όνομά σου: δυο δρυς που το ουράνιο τόξο στηρίζει τις άκρες του.

Τ’ όνομά σου: ένας ψίθυρος απ’ αστέρι σε αστέρι.
Τ’ όνομά σου: ομιλία δυο ρυακιών μεταξύ τους.
Τ’ όνομά σου: μονόλογος ενός πεύκου στο Σούνιο.
Τ’ όνομά σου: ένα ελάφι βουτηγμένο ως το γόνατο σε μιαν άμπωτη ήλιου.

Τ’ όνομά σου: ροδόφυλλο σ’ ενός βρέφους το μάγουλο.
Τ’ όνομά σου: πεντάγραμμο στις κεραίες των γρύλλων.
Τ’ όνομά σου: ο Ηνίοχος στην άμαξα του ήλιου.
Τ’ όνομά σου: πορεία πέντε κύκνων που σέρνουν την πούλια μεσούρανα.

Τ’ όνομά σου: Ειρήνη στα κλωνάρια του δάσους.
Τ’ όνομά σου: Ειρήνη στους δρόμους των πόλεων.
Τ’ όνομά σου: Ειρήνη στις ρότες των πλοίων.
Τ’ όνομά σου: ένας άρτος βαλμένος στην άκρη της γης, που περίσσεψε.

Τ’ όνομά σου: αέτωμα περιστεριών στον ορίζοντα.
Τ’ όνομά σου: αλληλούια πάνω στο Έβερεστ.

Από τη συλλογή Ο χρόνος και το ποτάμι (1957) του Νικηφόρου Βρεττάκου

Πηγή: Νικηφόρος Βρεττάκος, η εκλογή μου, ποιήματα 1933-1991 (εκδ. Ποταμός, 2008)

Advertisements

10 thoughts on “Νικηφόρος Βρεττάκος, Μεγαλυνάρι

  1. Καλά, είσαι φοβερή!
    Και κοίτα σύμπτωση… Την ίδια ώρα, που εσύ αναρτούσες αυτό το λατρεμένο ποίημα, εγώ το συμπεριελάμβανα στο τελευταίο σχόλιο της «Γαλάζιας ιστορίας» μου. Πιστεύω πως θα το δεις…
    Το «Μεγαλυνάρι» αποτέλεσε την απαρχή της γνωριμίας μου με την ποίηση του Βρεττάκου.
    Δεν θα ξεχάσω -όσο θα ζω- τα ρίγη που διαπερνούσαν ολόκληρη την ύπαρξή μου, κοριτσόπουλο ακόμη, όταν πρωτάκουσα αυτή τη μαγική μουσική της Τερψιχόρης Παπαστεφάνου, και τις εκπληκτικές ερμηνείες της Δανάης Μπαραμπούτη και της Χορωδίας Τρικάλων. Είχα ένα κασετόφωνο τότε, κι έβαζα συνέχεια το συγκεκριμένο τραγούδι. Σε λίγες ώρες το είχα μάθει απέξω και το σιγοτραγουδούσα, με φωνή σπασμένη από συγκίνηση. Τραγουδούσα κι έκλαιγα από έρωτα για τον Έρωτα, για την Ομορφιά της Ποίησης, για τον Νικηφόρο Βρεττάκο… Αυτή την ίδια συγκίνηση νιώθω και τώρα, και θα νιώθω πάντα, κάθε φορά που ακούω και θα ακούω αυτό το τραγούδι, το πιο γλυκό νανούρισμα, το πιο τρυφερό άκουσμα κάθε ευαίσθητης ψυχής…
    Ο κάθε στίχος του κι ένας ζωγραφικός πίνακας. Η φύση παρούσα, σε όλη της την ομορφιά και σε όλο της το μεγαλείο… Και το φως! Αυτό το επουράνιο φως, που φωτίζει όλο σχεδόν το ποιητικό έργο του μεγάλου μας Λάκωνα ποιητή… Φως ουσιαστικό και ταυτόχρονα μεταφορικό, από τη βαθύτερη ανάγκη του ποιητή να περιβάλλει τα πάντα -μέσα στο έργο του- με την αχλύ του ονείρου. Λες κι ο Άνθρωπος αυτός στόχευε να πορευτεί ο ίδιος στο ολόφωτο μονοπάτι της τελειότητας, και μαζί μ’ εκείνον να το πορευτούμε κι εμείς…
    Στίχοι κατακλυσμένοι απ’ αυτό το φως (αγιόκλημα αναρριχώμενων άστρων, ρινίσματα ήλιου, ψίθυρος απ’ αστέρι σε αστέρι, … σε μιαν άμπωτη ήλιου, ο Ηνίοχος στην άμαξα του ήλιου, πορεία πέντε κύκνων που σέρνουν την πούλια μεσούρανα).
    Κι ο τελευταίος στίχος «τ’ όνομά σου: αλληλούια πάνω στο Έβερεστ» λες και υποδηλώνει τον τελικό προορισμό του μαγικού ταξιδιού, την άφιξη εκεί… όπου δεν υπάρχει πιο ψηλά… Στην κορυφή του πιο ψηλού βουνού, εκεί ανάμεσα σε γη κι ουρανό, εκεί που δεν μπορεί ν’ ανθέξεις περισσότερη ομορφιά, εκεί που δεν είναι δυνατόν παρά να συναντήσεις το βλέμμα του Θεού…

    Βίκυ μου, το χιλιοειπωμένο μου «ευχαριστώ», είναι πάμφτωχο… Μόνον αν μπορούσες να δεις τα μάτια μου, αυτήν εδώ τη στιγμή, θα καταλάβαινες τι σου οφείλω…
    Με βαθιά συγκίνηση, Γιόλα.

  2. Τίποτα δεν μου οφείλεις, Γιόλα. Κι οι δυο μας οφείλουμε πολλά στον μεγάλο Λάκωνα που φώτισε τον νου και την καρδιά μας εξ απαλών ονύχων.

  3. είναι αυτά τα ποιήματα που διαρρηγνύουν το γλαυκό φως, που βάζουν στο τραπέζι μας – και απ’ αυτά προσπαθούμε να χορτάσουμε την ψυχή μας – μπουκίτσες ουρανού

  4. Υπέροχο!!! Όσο και το πρώτο ποίημα που διάβασα ποτέ σε ηλικία 15 χρόνων από την ποίηση του Βρεττάκου, δυο γραμμές όλες κι’ όλες, το «Αν ήταν»…

  5. Παράθεμα: Μεγαλυνάρι (Νικηφόρος Βρεττάκος) | vequinox

  6. Παράθεμα: Νικηφόρος Βρεττάκος, Μεγαλυνάρι – worldtraveller70

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s