Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου: «Πήγα στην ποίηση εν αγνοία μου»

Πήγα στην ποίηση εν αγνοία μου

Κάθε φορά που ανοίγω ένα βιβλίο, οι λέξεις μού φαίνονται καινούργιες, ζωντανές, σαν να ’χουν πλυθεί λίγο πριν κάτω από ήλιους και φεγγάρια ή μέσα στα νερά του Πηλίου, τρεχάμενα ρω και ρα στ’ αυλάκια, θαρρείς ροές ρημάτων και λέξεις ρέουσες κυλούν βιαστικά και ανήσυχα ή παιχνιδιάρικα και περιπαιχτικά, σαν να φωνάζουν δυνατά: γεια σας, ρέω, έχω ροή, ριγώ, ριζώνω δέντρα, είμαι ο ρέκτης της φύσης.

Θυμάμαι ότι στην Πορταριά οι γονείς μας βάζανε μεγάλα καρπούζια μέσα στ’ αυλάκια, και με τι ορμή περνούσαν από πάνω τους τα νερά, μ’ έναν θόρυβο εκκωφαντικό κιόλας, κι όταν ερχόταν το μεσημέρι τα σήκωναν μέσ’ από κει, τ’ ασήκωτα, τα παμβάρια απ’ το ίδιο τους το βάρος κι από τα αλλεπάλληλα νερά που απ’ το πρωί τα είχαν χτυπήσει ανελέητα κι αδιάφορα μαζί∙ μπούζια μπούζια να σου πονάνε τα χέρια, τα ’βαζαν ανάμεσα στα σκέλια τους και τα ’σφαζαν μ’ ένα χοντρό μαχαίρι, κρακ και κρακ, τα ξεκοίλιαζαν στο πι και φι, κι από την κόκκινη καρδιά τους βάφονταν ρούχα, χούφτες και στόματα, σαν σε πρωτόγονη θρησκευτική τελετή, ιεροτελεστία του καλοκαιριού, να καθαριστούν, θαρρείς, από τα άσεμνα πλαταγίσματα των χειλιών, να πέσουν απ’ τα μάγουλα οι κρεμαστές καρπουζένιες σάρκες. Έπειτα, κάτω απ’ τις καστανιές που βουουου… βουουου… μας κοίμιζαν γλυκά και εφιαλτικά μαζί, στ’ αυλάκια τα νερά ρημάζαν πέτρες και πετρίτσες, φύλλα και φλούδια, μικρά κοκάλινα κουκλάκια, γυμνά, με ανοιχτά ματάκια, ενώ τα ρω και τα ρα σαν να ’χαν ραβαΐσια ατελείωτα, χάνονταν κατά τους γκρεμούς και τους καταρράχτες, εν κρυπτώ και παραβύστω.

Ραββί, Ραββί μου, πού πήγαιναν τόσα νερά;

Έτσι μου δίνονται λοιπόν κάθε φορά οι λέξεις, υγρές, καθαρές, μ’ ένα νερό που στραφταλίζει κάτω απ’ τα μάτια μου, μέσα στο βλέμμα μου και το αλλάζει και δεν είναι τότε δικό μου παρά ένα φως που με νουθετεί και συγχρόνως μ’ εξουσιάζει.

Δεν ξέρω όμως, ποτέ δεν είμαι σίγουρη αν αυτό το φως είναι κιόλας ένα σκοτάδι προηγμένο και καθόλου αθώο βέβαια, ή αν οι μεταμορφώσεις του έχουν να κάνουν μόνο με το απτό γεγονός των δικών μου ματιών κι όχι με του κόσμου την νοοτροπία ότι: νύχτωσε πλέον και πρέπει να κοιμηθούμε.

Πολλές φορές πιάνω τον εαυτό μου να κοιτάζει τα γράμματα, τις λέξεις, σαν αντικείμενα που από τη μια μεριά έχουν κάτι το αναπάντεχο (με την έννοια της δική μου αντοχής στη σχέση μου μ’ αυτά, κάτω από μια δοκιμασία διπλή, η οποία ξεφεύγει από τον έλεγχό μου κι ακόμα από την κατανόησή μου όσον αφορά την ύπαρξή τους στη ζωή μου), κι από την άλλη μεριά έχουν μια γνωστή, σχεδόν οικεία φυσιογνωμία, γνώριμη από τότε που ένα άλφα άσπρο στάθηκε μπροστά μου και με κοίταξε σαν καλοκάγαθο ά-λογο κι ένα ω-μέγα θεόρατο με στόμα ολάνοιχτο, αδηφάγο, με περίμενε στη γωνία να με καταβροχθίσει.

Ίσως γι’ αυτό δεν μπόρεσα ακόμα να καταλάβω αυτή τη σχέση μου με την ανάγνωση και τη γραφή, αν δηλαδή είναι σχέση αθωότητας, ελευθερίας ή η πιο βασανιστική, η πιο δεσμευτική κατηγορία σχέσης.

Δεν φαντάστηκα καν απ’ την αρχή ότι η προσχώρησή μου, η παραχώρηση δηλαδή του εαυτού μου στην ποίηση θα ήταν μια παγίδα, κι όταν λέω παγίδα εννοώ μια αφοσίωση η οποία a priori θέτει τους δικούς της όρους, αδιαφορώντας για τους ορισμούς και όλους τους –ισμούς που πολλές φορές διαπραγματεύονται τους βηματισμούς μας με αποτέλεσμα να διανύουμε έναν δρόμο για λογαριασμό τους, χωρίς ποτέ να μας δίνουν λογαριασμό για τις καταθέσεις και τις αναλήψεις μας.

Κάποτε, σ’ ένα credo, μεταξύ άλλων είχα διατυπώσει και τα εξής: Άρχισα να γράφω ποιήματα σε μια προσπάθεια να εκφραστώ μέσα από τις αντινομίες της ζωής, μέσα από τη δραματική αντίφαση της ύπαρξης και τη βεβαιότητα του θανάτου. Σήμερα βρίσκω αυτά τα λόγια μου μεγαλόστομα και ψεύτικα, με μια λέξη μπούρδες (κάτι ξέρουν οι Γάλλοι), επειδή είναι καιρός που πιστεύω ότι τίποτε απ’ αυτά δεν είναι συνειδητό, γιατί, αν ήταν, μπορεί κιόλας να κατέστρεφε την ίδια την ποίηση.

Είναι άραγε η ποίηση μια απόφαση ζωής;

Θα σας διηγηθώ μονάχα ένα περιστατικό απ’ τα δικά μου παθήματα. Ένα απόγευμα χτυπήσαν από κάτω το κουδούνι του σπιτιού μας οι αγαπημένες μου φιλενάδες και με ρωτήσαν αν μπορούσαν ν’ ανέβουν απάνω να με δουν. Αρνήθηκα με μασημένα λόγια που έκρυβαν και κάποια ντροπή από μέρους μου, αλλά αρνήθηκα επειδή εκείνη ακριβώς τη στιγμή έτυχε να βρίσκομαι σ’ ένα δύσκολο σημείο γραφής ως προς την ολοκλήρωση ενός ποιήματος. Αυτή την άρνησή μου ξέρω ότι δεν μου τη συγχώρησαν, επειδή αισθάνθηκαν ότι τις είχα ανταλλάξει, δηλαδή προδώσει, όχι για τριάκοντα αργύρια, αλλά για λίγες… ψωρολέξεις, ενώ εκείνες —όχι οι λέξεις— θα έκαναν για μένα το παν αν συνέτρεχε λόγος.

Όμως δεν πρόκειται εδώ για συγκρούσεις με ανθρώπινες παραμέτρους και αισθήματα, επειδή, έτσι κι αλλιώς, ο αφοσιωμένος στην ποίηση είναι ή θα όφειλε να είναι διατεθειμένος να υποστεί τους λογής κοινωνικούς μας μορφασμούς καθώς και την απροκάλυπτη ή έστω λανθάνουσα αντίδραση.

Καθώς σιγά σιγά και βαθμηδόν κατακυριεύεται το ατομικό και το προσωπικό σύμπαν του ποιητή από κείνους τους ρυθμούς οι οποίοι έχουν την ικανότητα να τον σηκώνουν και να τον μεταφέρουν πέραν της καθημερινής και άχαρης πραγματικότητας, μοιραία αντιλαμβάνεται ότι η σύγκρουσή του δεν είναι παρά μονάχα σύγκρουση με τον ίδιο τον εαυτό του και σε επίπεδο ηθικό και αισθητικό.

Πήγα στην ποίηση και στο ποίημα εν αγνοία μου∙ με τυφλά μάτια∙ όπως δηλαδή πηγαίνει κανείς στη ζωή.

Όταν συνειδητοποίησα την παθιασμένη σχέση μου με το χαρτί και το μολύβι, τη συναναστροφή μου με ό,τι ονομάζουμε καλογερίστικη εξουσία, ήτανε πια πολύ αργά αυτή η «θεία ψύχωση» να μεταστραφεί… σε μετάνοια και έκφραση συντριβής.

Κι αυτό το ποίημα ακόμη, με το οποίο θα κλείσω και την αποψινή μου κατάθεση ενώπιόν σας, δεν αποκαθαίρει τις πράξεις καμιάς δήθεν αυτοσυνείδησης.

Του λόγου το αληθές

Έμαθα να μιλάω λοιπόν;
Τότε πώς εξηγείται
Η συστολή του στόματός μου
Μπροστά στο άλφα και το ωμέγα
Η παλινδρόμηση της γλώσσας μου
Στα βρεφικά άου αγκού μα μπα
Κρόσσια φθαρμένα οι λέξεις μου
Απ’ των χειλιών μου το γκρεμό
Να καταπιώ τη γλώσσα μου
Δύσκολο διάβημα οδυνηρό
Όταν συριστικά ερπετά
Ρουφούν ασύστολα τα χειλικά
Και τα υγρά μου
Κι ο ουρανίσκος πλαταγίζει με απόγνωση
Το άδειο του στερέωμα

Το κείμενο αυτό διαβάστηκε από την Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου κατά την εκδήλωση που διοργάνωσε προς τιμήν της το περιοδικό Γράμματα και τέχνες, με την ενίσχυση του Υπουργείου Πολιτισμού, στο «Σπίτι της Κύπρου» (Αθήνα), στις 4 Δεκεμβρίου 1998.

Αργότερα δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Γράμματα και Τέχνες, Γ’ Περίοδος, τεύχος 85, Οκτώβριος-Φεβρουάριος 1999.

Πηγή: Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Επιλογές και σύνολα, εκδόσεις «Νησίδες», 2001

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου

Advertisements

54 thoughts on “Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου: «Πήγα στην ποίηση εν αγνοία μου»

  1. Προσπάθησα λίγο να παραφράσω την πρώτη παράγραφο της ανάρτησής σου:

    Κάθε φορά που μπαίνω σ' αυτήν την ιστοσελίδα, οι κινήσεις μου είναι προσεχτικές κι επιφυλακτικές. Κάθε φορά που βγαίνω όμως απ' αυτήν την ιστοσελίδα, οι γνώσεις μου κι οι σκέψεις μου είναι πιο διαυγείς γιατί έχουν πλυθεί λίγο πριν κάτω από ήλιους και φεγγάρια αναρτήσεων, θαρρείς ροές ποιήσεων και ρίμες ρέουσες κυλούν βιαστικά και ανήσυχα ή παιχνιδιάρικα, σα να φωνάζουν δυνατά: «Βίκυ, κάποτε πρέπει να μάθεις ότι αυτό που κάνεις είναι αξιέπαινο, αγγίζεις ευαίσθητες χορδές και δημιουργείς νότες, ρίμες, μουσική… Προάγεις την Τέχνη, προάγεις τη Ζωή… Είσαι ρέκτης και χοάνη Τέχνης και Ζωής…

    Κι εκτός παράφρασης τώρα. Ειλικρινά, κάποτε πρέπει να μάθεις ότι αυτό που κάνεις είναι αξιέπαινο!

    Μου αρέσει!

  2. Ενδιαφέρουσα παράφραση. Ελπίζω να μην πάρει κάνα σκουπόξυλο η Μαρία και μας κυνηγήσει. 🙂

    Ειλικρινά, τώρα, κρίνω ότι αξιέπαινοι είναι αυτοί καθαυτοί οι συγγραφείς μας. Αυτό που κάνουμε εγώ, εσύ και αρκετοί άλλοι, είναι απλώς το καθήκον μας προς όσους μας άνοιξαν τα μάτια για να μπορούμε να γίνουμε αυτό που θέλαμε ή αυτό που είμαστε σήμερα. Έχω άδικο;

    Μου αρέσει!

  3. Διάττων Αβρός – Ποιητές

    Θεράποντες ιατροί, προορισμένοι
    να σώζουν από «επάρατους» νόσους
    ανθρώπους που είναι καταδικασμένοι
    σε πνευματικό Θάνατο.

    Ναυαγοσώστες που επαγρυπνούν
    στις διάφορες ακτές της ζωής
    για όσους κινδυνεύουν που κολυμπούν
    στις αφρισμένες θάλασσες του τίποτα.

    Ποιητές…
    αχθοφόροι πληγών,
    ταξιθέτες σε υπερκόσμια θέατρα,
    κλειθροποιοί που με τα κλειδιά τους
    ανοίγουν τις πόρτες
    για να περνάει ο κόσμος…

    Έχω άδικο Βίκυ;

    Μου αρέσει!

  4. Συμφωνώ απόλυτα με τον Διάττοντα.Αν δεν υπήρχαν άνθρωποι σαν τη Βίκυ το έργο αξιόλογων δημιουργών θα είχε μουμιοποηθεί ή αραχνιάσει και ακόμα και να χανόταν ολότελα.Πολλά γράφονται σήμερα.Ο ρόλος της Βίκυς και κάθε σοβαρού ανθολόγου ή κριτικού είναι να προβάλει και να διασώσει τα διαμάντια όπως τα ποιήματα της υπέροχης Μαρίας Αγαθοπούλου.Βέβαια η Βίκυ είναι σεμνή και κάνει αυτό που νιώθει με πολλή αγάπη και σοφία.Μακάρι να είσαι πάντα καλά Βίκυ

    Μου αρέσει!

  5. Να σου πω, Γιάννη.

    Αν κάποιος δικαιούται να καβαλήσει το καλάμι, αυτοί είστε εσείς οι συγγραφείς κι όχι εγώ.

    Όχι πως μου αρέσει το φαινόμενο αυτό, βέβαια, αλλά είναι μέσα στο παιχνίδι της ζωής. Άλλωστε, όσα καλάμια κι αν καβαλήσει ο συγγραφέας, το έργο του μιλάει (όπως λέει ο Μάρκος Μέσκος και πολύ μου αρέσει). Αν δεν είναι καλός, όσο κι αν τον προβάλω εγώ κι όσο κι αν κομπορρημονεί ο ίδιος, το έργο του δεν θ' αγγίξει την καρδιά ούτε του αρχάριου ούτε του προσεκτικού και έμπειρου αναγνώστη.

    Σας ευχαριστώ, λοιπόν, όλους σας θερμά για τη στήριξη, αλλά τα «μπράβο» θα πρέπει να τα λέμε αφειδώς στους λογοτέχνες κι όχι στους ανθολόγους που βρίσκουν την τροφή στο πιάτο.

    Μου αρέσει!

  6. Τόξερα ότι θα απαντήσεις με σεμνότητα.Αυτό που θέλω να τονίσω ειναι ότι χρειάζονται ανθολόγοι και κριτικοί που να καταλαβαίνουν βαθιά το έργο των δημιουργών κάνοντας αρκετές φορές και ανακαλύψεις διαμαντιών.

    Μου αρέσει!

  7. Ε, ναι. Αυτό είναι βασική υποχρέωση των ανθολόγων και των κριτικών – να εμβαθύνουν στο έργο των δημιουργών. Αν δεν ξέρουν κάτι, οφείλουν να διαβάσουν πολύ για να το μάθουν. Πρέπει να είναι οι πιο επιμελείς και καλοδιαβασμένοι αναγνώστες. Όλα τα άλλα έρχονται μόνα τους.

    Όσο για τα διαμάντια της λογοτεχνίας, αν υπάρχουν, μην ανησυχείς. Αργά ή γρήγορα θα τα βρουν οι αναγνώστες με ή χωρίς τη βοήθεια των «ειδικών».

    Μου αρέσει!

  8. Εξαιρετικός επίλογος σε μια εξαιρετική ενότητα με έργα εξαίρετα μιας αξιόλογης δημιουργού.

    Είμαι ευτυχής που τη γνώρισα και μάλιστα μέσα από τις δικές σου «σελίδες», Βίκυ.

    Όσο για σένα, τα 'πε ωραιότατα ο Γιάννης. Και μολονότι τα αληθινά διαμάντια της λογοτεχνίας δεν μπορούν να παραμείνουν κρυφά – προδίδονται από τη λάμψη τους – όπως λες, είναι πάντα ωφέλιμοι κι αναγκαίοι οι ανιχνευτές σαν και σένα που αγαπώντας τα με τέτοια παραφορά θα τα φέρουν μια ώρα αρχύτερα κοντά στους αναγνώστες.

    Μου αρέσει!

  9. Σας διαβεβαιώ όλους ότι και η Μαρία Αγαθοπούλου είναι ευτυχής που συναντά αναγνώστες σαν εσάς.

    Η αγαπημένη της φίλη Μαρία Κουγιουμτζή που πλέον απέκτησε πρόσβαση στο διαδίκτυο ήδη την ενημέρωσε για την παρουσίαση του έργου της που επιχείρησα εδώ αλλά και για τα δικά σας σχόλια, και η Μαρία Αγαθοπούλου το χάρηκε όσο δεν φαντάζεστε. Είμαι σίγουρη ότι θα έχει πολλά να μου πει μόλις συναντηθούμε αυτόν τον καιρό, οπότε θα 'ρθω τρέχοντας να σας τα πω όλα με το νι και με το σίγμα. 🙂

    Λενάκι, συμφωνώ μαζί σου. Τελικά, η ενότητα αυτή με τα γραπτά τής Μαρίας Αγαθοπούλου είναι εξαίρετη, την απόλαυσα όσο κι εσείς σε όλη της τη διάρκεια και είμαι πολύ περήφανη που κατάφερα να την ολοκληρώσω. Το ίδιο περήφανη νιώθω και για την παρουσίαση του έργου του Νίκου Γρηγοριάδη τον Αύγουστο. Αυτά τα ποιήματα θα είναι πάντα εδώ για να τα ξαναδιαβάζουμε όλοι μας όποτε το τραβάει η ψυχή μας και για να κάνουν τις μέρες και τις νύχτες μας πιο όμορφες.

    Βέβαια, νιώθω πάντα αλλόκοτα όταν τελειώνει ένα θεματικό αφιέρωμα ή η παρουσίαση κάποιου δημιουργού. Ήδη μου λείπουν οι καθημερινές δημοσιεύσεις ποιημάτων της Αγαθοπούλου και του Γρηγοριάδη. Αυτά, ωστόσο, ισχύουν για σήμερα. Γιατί από αύριο μπαίνουμε σε έναν ακόμα θαυμάσιο ποιητή της ίδιας γενιάς και είμαι σίγουρη ότι θα μας συνεπάρει όσο και οι δύο προηγούμενοι, αν και η γραφή του είναι μάλλον διαφορετική.

    Υ.Γ.: Λίγο αργότερα, θα δημοσιεύσω ένα κείμενο της Αγαθοπούλου για το «Άγριο βελούδο» της Κουγιουμτζή και ουσιαστικά τότε θα κλείσει η παρουσίασή της για να δούμε και την κριτική ματιά της ποιήτριας πάνω στο έργο άλλων δημιουργών.

    Μου αρέσει!

  10. Ελένη χαίρομαι που συμφωνούμε σε τόσα πολλά.Χάρηκα τις συζητήσεις σας με τη Βίκυ.Μεγάλη μας τιμή να χαρεί η Μαρία Αγαθοπούλου για την τόση αγάπη μας για το έργο της.

    Μου αρέσει!

  11. Μα, Γιάννη μου, κι η Μαρία Αγαθοπούλου με τη σειρά της θεωρεί ότι την τιμά η αγάπη μας που θαρρώ πως είναι διάχυτη και ευδιάκριτη στα σχόλιά μας.

    Άλλωστε, πώς να μην αγαπήσουμε μια τόσο καλή ποιήτρια;

    Μου αρέσει!

  12. Γιάννη,
    κι εγώ χαίρομαι που συναντήθηκαν τα γούστα και οι απόψεις μας. Μα πιο πολύ με χαροποιεί όλο αυτό το μοίρασμα σκέψεων και συναισθημάτων με αφορμή λαμπρά κομμάτια ατόφιας ποίησης, μιας ποίησης που εγώ τουλάχιστον αγνοούσα.

    Γι' αυτό οι ευχαριστίες είναι πολλές : πρώτιστα στην ποιήτρια που μας χάρισε απλόχερα την έμπνευσή της και την εμπιστεύτηκε στο νου και την καρδιά μας, γεννώντας σκέψεις και συναισθήματα έτσι που μόνο οι αληθινοί ποιητές μπορούν να κάνουν… κι έπειτα στη Βίκυ που την έτοιμη τροφή (όπως σεμνύνεται να λέει) την κέρασε και σ' εμάς με γενναιοδωρία.

    Μου αρέσει!

  13. Νερόπαιδο, εδώ είσαι κι εσύ; Και είσαι πολύ καλό παιδάκι και συμφερτικό. Αφού βολεύεσαι με ποιήματα, μάλλον δεν θα μου ζητήσεις ποτέ στο σπίτι μου μουσακά ή άλλο φαγητό. Θα σου πετάω πέντε συλλογές στα χέρια και θα ησυχάζω από σένα για ώρες. 🙂

    Μου αρέσει!

  14. Χαχαχαχα δε φαντάζεσαι πόσο μέσα έχεις πέσει τώρα. Όλη τούτη τη βδομάδα κυριολεκτικά τρέφομαι με ποίηση και μουσική. Πάλι καλά που πίνω και νερό. Καλό μου έκανες. Τρία κιλάκια τα αποχαιρέτησα – ελπίζω ανεπιστρεπτί.

    Μου αρέσει!

  15. Στις διακοπές μου των Χριστουγέννων ήλπιζα να ανασυντάξω τη δική μου βιβλιοθήκη… αλλά αν χρειάζεσαι βοήθεια, κάτι θα γίνει. Αν είναι όμως να λείπεις, εγώ δεν είμαι κλέφτης.

    Μου αρέσει!

  16. Κλέφτης δεν θα 'σαι. Νηστικιά θα μείνεις μόνο. 🙂

    Θα φωνάξω τη Μαριάννα να μεταφράσουμε ποιήματα στο διπλανό δωμάτιο και θα σε κοιτάμε απ' την κλειδαρότρυπα όσο θα τακτοποιείς τις ποιητικές συλλογές.

    Μου αρέσει!

  17. Δεν υπάρχει περίπτωση. Εσύ με τ' αγγλικά, η Μαριάννα με τα ισπανικά κι εγώ με το ξεσκονόπανο; Μεγάλη η χάρη σου. Θα με έχετε από κοντά τσιμπούρι – κυρίως εσύ που τη γλώσσα την ξέρω. Απ' την άλλη τη σουπιά θα ξεκλέβω λέξεις δίχως και να την πληρώνω. Και βέβαια θα σας …πιτσιλάω να δροσίζω την πυρετώδη εργασία σας.

    Μου αρέσει!

  18. Και μετά θα πας να πλύνεις το μπαλκόνι της Μαριάννας, αφού της φτιάξεις τη βιβλιοθήκη, Καλαματιανή μου.

    Εμείς, στο μεταξύ, θα συνεχίζουμε να μεταφράζουμε χωρίς να σε ταΐζουμε. Η πνευματική τροφή σού φτάνει και σου περισσεύει.

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε.

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.