Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Οφθαλμο-λόγος

Γιώργος Ρωμανός & Περικλής Θαλασσινός, Βασίλεψε το βλέμμα της
(τραγούδι: Γιώργος Ρωμανός, διεύθυνση ορχήστρας & παραγωγής: Μάνος Χατζιδάκις / δίσκος: Μπαλάντες (1965))

Οφθαλμο-λόγος

Ώρα πολλή κοίταζε επίμονα έψαχνε
Με το φακό του ερευνούσε το σκοτάδι μου
Να βρει μέσα στα μάτια μου την κρύπτη
Υπό την σκέπην του χιτώνα μου ασφαλής

Μια λάμψη με πονούσε μαύρη
Καθώς ατένιζα κατάματα τη θλίψη

Δεν έβρισκε τίποτε αυτός
Μόνο τον οφθαλμό είχε σπουδάσει
Κι όχι το βλέμμα όταν σκάβει δρόμους
Ανάμεσα στο ψέμα και στα θαύματα

Δεν έβλεπε τίποτε αυτός
Ενώ μπροστά στα μάτια μου
Είχε συντελεστεί η συμφορά
Από κείνη τη ματιά που με κάρφωσε
Με πύρινα σπαθιά

Από τη συλλογή Σεντόνια της αγρύπνιας (2006) της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου

17 thoughts on “Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Οφθαλμο-λόγος

  1. Και τούτο δω βρίσκω να έχει έντονα στοιχεία της ποίησης της Δημουλά, ιδιαίτερα η τρίτη στροφή.

    Η τελευταία πάλι εμένα με πάει κατευθείαν στον Ασλάνογλου και συγκεκριμένα εδώ:

    ΚΑΜΙΑ ΑΦΙΣΑ Ή ΤΟΙΧΟΣ

    Καμιά αφίσα ή τοίχος δε θα μαρτυρεί
    το ελαφρό σου πέρασμα στη φλέβα

    Πέφτεις σα σιγανή βροχή ανύποπτη
    ανάμεσα στα ξεραμένα φύλλα

    Καμιά σκαπάνη μουσικού δε θα σε βρει
    τόσο βαθιά στο αίμα

    (από το «Ο δύσκολος θάνατος»)

    Μου αρέσει!

  2. Λογικό δεν είναι;

    Οι τρεις ποιητές που αναφέρεις είναι συνομήλικοι. Το 1930 γεννήθηκε η Αγαθοπούλου, το 1931 ο μακαρίτης ο Ασλάνογλου και η Κική Δημουλά.

    Το 1954 εκδίδεται η συλλογή «Δύσκολος θάνατος» του Ασλάνογλου και ασφαλώς σημάδεψε τους αναγνώστες αλλά και τους ομοτέχνους του.

    Η Αγαθοπούλου μόνο στην πρώτη της συλλογή «Ψυχή και τέχνη» (1961) γράφει ποίηση υπό τη σκιά των λυρικών των προηγούμενων γενεών αλλά και της Ζωής Καρέλλη και μετά παίρνει τον δικό της δρόμο που έχουμε ήδη επισημάνει ότι είναι παράλληλος προς αυτόν τής Δημουλά.

    Ζώντας, όμως, στη Θεσσαλονίκη και εκδίδοντας από το 1971 ως το 1993 επτά συναπτές συλλογές στη «Νέα πορεία» του Τηλέμαχου Αλαβέρα (4 συλλογές, 1971-1978) και στη «Διαγώνιο» του Ντίνου Χριστιανόπουλου (3 συλλογές, 1981-1993) μας δίνει ποιήματα με έντονα στοιχεία της λαϊκής κοινωνικής ποίησης και του καημού των ποιητών της Θεσσαλονίκης και εκεί ακριβώς διαφοροποιείται από τη Δημουλά. Χρησιμοποιούν κι οι δυο σκληρή και περίεργη γλώσσα μιλώντας για καθημερινά θέματα που μας αφορούν όλους, γράφουν σαφώς κοινωνική και υπαρξιακή ποίηση, αλλά είναι κάτι λεξούλες ή φρασούλες -κλειδιά που φέρνουν την Αγαθοπούλου πιο κοντά στους ποιητές της Διαγωνίου (π.χ. «είχε συντελεστεί συμφορά», «ατένιζα κατάματα τη θλίψη» σ' αυτό το ποίημα, «κατάσαρκο πάθος» στο προηγούμενο (δες τα ποιήματα του Ιωάννου στο Translatum), «βροχή και λάσπη» στο προπροηγούμενο (δες ποιήματα του Ασλάνογλου), «φαρμάκι» και «παίδεψα» στο ποίημα «Φαρμάκι» (δες ποιήματα του
    Χριστιανόπουλου και του νεότερου Καρατζόγλου) και πάει λέγοντας).

    Μου αρέσει!

  3. Ένα πράγμα χρειάζομαι να μου εξηγήσεις, γιατί δεν ξέρω τη Θεσσαλονίκη όπως εσύ. Λες πως η Μαρία διαφοροποιείται από τη Δημουλά, δίνοντας ποιήματα με έντονα στοιχεία της λαϊκής κοινωνικής ποίησης και του καημού των Θεσσαλονικιών ποιητών.
    Πώς την εννοείς αυτή τη διαφορά;

    *Είναι άλλος ο καημός της Θεσσαλονίκης (ως αστικού περιβάλλοντος) από αυτόν της Αθήνας; Οι ίδιοι, δηλαδή, ποιητές θα έγραφαν αλλιώς αν ζούσαν στην Αθήνα; Κι ο Ιωάννου, που έζησε στην Αθήνα, πώς εντάσσεται στην ίδια σχολή;

    *Μήπως η Δημουλά, μολονότι εν γένει η θεματογραφία τους είναι κοινή, δε χρησιμοποίησε λαϊκότροπο ύφος στα γραπτά της; Αυτό εννοείς; Χμ, πολλές φορές μου πέρασε κι εμένα αυτό απ' το μυαλό, αλλά δεν το έχω σκεφτεί διεξοδικά -πρέπει να το ερευνήσω (Σε μπελάδες με βάζεις… Ώρες είναι τώρα να αρχίσω να βλέπω την ποίηση με «φολολογική ματιά»)

    Μου αρέσει!

  4. Αφού θέλησες να κάτσεις και πάλι στα θρανία δίπλα μου, καλά να πάθεις, Ελένη. Πας γυρεύοντας.

    Ξεκινώ από το τέλος του σχολίου σου. Η Δημουλά δεν έχει λαϊκότροπο ύφος. Σωστά το λες. Εκεί έγκειται η διαφορά των ποιητριών. Ο αθηναίος ποιητής που ξέρω με το ύφος αυτό είναι ο Γιώργος Χρονάς. Μα, δεν μπορώ να πω ότι είναι ο μόνος αφού δεν έχω μελετήσει καλά το έργο μη Θεσσαλονικιών ποιητών ούτε ξέρω αν θα προλάβω ποτέ να το κάνω, γιατί είμαι ακόμα στα βαθιά νερά της ποίησης της πόλης μου, φευ.

    Πάμε στον Ιωάννου. Ανήκει στην πρώτη μεταπολεμική γενιά ηλικιακά. Δεν είναι ένας από τους «ποιητές που αγάπησα», αλλά ο πεζογράφος που αγάπησα απόλυτα και αποκλειστικά. Έγραψε ποίηση πολύ νέος και σταμάτησε – μάλλον δεν είχε κάτι άλλο να πει. Εξέδωσε μόνο 2 συλλογές («Ηλιοτρόπια» (1964), «Τα Χίλια Δέντρα» (1963) και το ποίημα «Δούλος ιερός του έρωτα» (1980)). Στην Αθήνα κατέβηκε το 1971 – άρα, η ποίησή του είναι «προϊόν» της εφηβικής και φοιτητικής ζωής του στη Θεσσαλονίκη. Ήταν από τους πρωτεργάτες της «Διαγωνίου» και η ποίησή του είναι στο ίδιο μήκος κύματος με του Χριστιανόπουλου (απ’ τη δεύτερη συλλογή του και μετά) και του Ασλάνογλου. Ο Χριστιανόπουλος θεωρεί τον Γιώργο Ιωάννου σπουδαίο ποιητή και ουδόλως υποδεέστερο άλλων. Η σαφήνεια και η συνέπεια στα λιγοστά ποιήματά του (γύρω στα 80) σε αφοπλίζουν και ενίοτε σε καθηλώνουν.

    Γιατί η ποίηση που (περι)γράφει τους καημούς μας είναι διαφορετική απ' ό,τι στην Αθήνα; Κοίτα τώρα. Δεν υπάρχει λογοτεχνική σχολή της Θεσσαλονίκης κι ούτε βρίσκω λόγο μια τόσο μικρή χώρα να 'χει χωριστές σχολές κατά πόλη. Όμως, ας μη παραβλέπουμε τα ιστορικά γεγονότα. Η Θεσσαλονίκη, ύστερη αρχαία και τρανή βυζαντινή πόλη πάντα ξεχώριζε. Φτιάχτηκε εξαρχής ως μεγάλη πολιτεία και έτσι παρέμεινε στα περίπου 2.350 χρόνια της. Είναι τόπος με έντονα αστικό χαρακτήρα. Για 5 αιώνες ήταν η μοναδική πολυπολιτισμική πόλη των Βαλκανίων με σχεδόν ισάριθμο πληθυσμό Ελλήνων, Τούρκων, Εβραίων και Αρμένιων αλλά και με αρκετούς Σλάβους και εσωτερικούς μετανάστες. Η απελευθέρωση της πόλης το 1912 και η ένταξή της στο νέο ελληνικό κράτος τείνει να της στερήσει το μωσαϊκό των κατοίκων της στο οποίο έρχεται να προστεθεί το μεγαλύτερο μέρος των ξεριζωμένων Μικρασιατών, που χτίσαν νέες ρίζες στη Θεσσαλονίκη και σχεδόν διπλασίασαν τον πληθυσμό της. Η πόλη παίρνει την οριστική μορφή της μετά τον δεύτερο πόλεμο, όταν το 95% του εβραϊκού της στοιχείου εξοντώνεται στα κρεματόρια των Ναζί. Η συλλογή «Ηλιοτρόπια» του Ιωάννου αφορά τους Εβραίους, τους χαμένους φίλους των παιδικών του χρόνων. Η φωτιά του 1917 σε συνδυασμό με την έλευση των προσφύγων το 1922 δεν αφήνει στη Θεσσαλονίκη πολλά περιθώρια ταξικού διαχωρισμού τού πληθυσμού της. Οι περισσότερες γειτονιές της γίνονται αμιγώς λαϊκές γειτονιές κι η κουλτούρα της γίνεται ένα ψηφιδωτό, ένα λαϊκό κέντημα. Θυμήσου πώς γράφει ο Τσιτσάνης εδώ, πώς τραγουδάει ο Τσαουσάκης τα τραγούδια του Τσιτσάνη, τι γράφουν οι συγγραφείς της πόλης μετά τον πόλεμο.

    Λοιπόν, ναι, είναι αλλιώτικοι οι καημοί σε κάθε γειτονιά της Θεσσαλονίκης ως τα τέλη της δικτατορίας κι αλλιώς τους ζουν οι συγγραφείς της. Οι ποιητές της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς είναι γεννημένοι από το 1928 ως το 1940. Ζήσαν εξ απαλών ονύχων όλες αυτές τις συνταρακτικές αλλαγές στην πόλη και συνεχίζουν να ζουν στον απόηχό τους που χάραξε βαθιά την ψυχή και τη σκέψη τους.

    Αναφέρω ως παράδειγμα το ποίημα του Χριστιανόπουλου «Το απόγευμα» (είναι, φυσικά, ανθολογημένο στο Translatum). Ο Χριστιανόπουλος ήταν παιδί όταν το ’γραψε και μιλά διαφορετικά από πολλούς άλλους ποιητές. Γιατί, που να πάρει η ευχή, δεν έχουν όλες οι πόλεις τη φοβερή φυλακή που λεγόταν Γεντί Κουλέ, δεν έχουν όλες οι πόλεις Τάπια αντίκρυ απ’ τη Φιλοσοφική τους, δεν έχουν όλες οι πόλεις κάστρα και προσφυγικές κατοικίες μες στο κέντρο τους, δεν έζησε σ' όλες τις πόλεις την κατοχή ο Τσιτσάνης – γιατί, βρε αδελφέ, αυτή είναι η Θεσσαλονίκη και δεν ξέρουμε αν ο Χριστιανόπουλος καν θα είχε γράψει αυτό το ποίημα αν ζούσε αλλού. Αυτό το ποίημα είναι λαϊκός καημός, ο ίδιος καημός που κουβαλάει η Αγαθοπούλου και πολλοί άλλοι ποιητές «μου».

    Μου αρέσει!

  5. Πωπω, χείμαρρος είσαι. Θα με κάνεις να μην τολμώ να σε ρωτήσω κάτι, από φόβο μη σου κλέβω τον πολύτιμο χρόνο σου. Σ' αρέσει, δε σ' αρέσει, εγώ θα το πω το «ευχαριστώ» τώρα για όλα όσα μου απάντησες.

    Την ίδια στιγμή που σε ρώταγα ένιωθα πως αυτήν την απάντηση θα μου έδινες για τη σχέση του ιστορικού παρελθόντος της Θεσσαλονίκης με τη γραφή των ποιητών της. Οπότε συμπεραίνω πως όπου και να βρίσκονταν οι ποιητές «σου» πάλι η Θεσσαλονίκη θα ήταν παρούσα κι ολοζώντανη στα γραπτά τους. Καλά τα είπε ο σοφός Αλεξανδρινός: «η πόλις θα σ' ακολουθεί». Απλώς εγώ το είδα κάπως πιο επιφανειακά ή μάλλον έξω απ' το χρονικό του πλαίσιο το θέμα. Σήμερα, φαντάζομαι, στους νεώτερους ποιητές, τέτοιες διαφορές μάλλον θα τείνουν να εκλείψουν (λέω «τείνουν», ε;).

    Το συγκεκριμένο ποίημα του Χριστιανόπουλου δεν το ξέρω και θα πάω να το βρω στο Translatum. Τα ποιήματα όμως του Ιωάννου τα ξέρω και βρίσκονται δίπλα μου αυτή τη στιγμή -συντάσσομαι με το Χριστιανόπουλο (κοίτα θράσος τώρα εγώ) που δεν τον θεωρεί υποδεέστερο άλλων. Εξίσου καλά ξέρω και τα πεζογραφήματά του. Κι αν δεν έδωσε περισσότερα πράγματα στην ποίηση είναι μάλλον γιατί αυτά που είχε να πει βρήκε προσφορότερο όχημα να μάς τα μεταφέρει – αυτό του πεζού λόγου. Ήταν επιτακτική «ανάγκη της ψυχής» του να τα πει και το πάλεμα με τις λέξεις που απαιτεί η ποίηση δεν τον βόλευε (λέω τώρα εγώ).

    Ίσως για όλα αυτά που είπες η Θεσσαλονίκη είναι η «επίσημη αγαπημένη» των Ελλήνων [;-)]. Νιώθει κανείς να την αγαπάει κι ας μην έχει πατήσει το πόδι του εκεί. Χαίρομαι που την αγαπάς με τέτοιο πάθος.

    Εγώ, δεν ξέρω, αλλά δεν με απασχόλησε ποτέ η καταγωγή των ποιητών -εγκυκλοπαιδικά μόνο. Τουλάχιστον όχι μ' αυτό τον τρόπο (αφελώς ίσως). Στεκόμουν κυρίως στο λόγο τους κι αν κάποιος με μαγνήτιζε πιο πολύ, ασχολιόμουν και περισσότερο μαζί του. Και από την επαφή μου με τη δουλειά σου με πιάνει ώρες ώρες ένα παράπονο πως ελάχιστη ομορφιά θα καταφέρω να τρυγήσω από όση τόσο απλόχερα προσφέρουν οι ποιητές όλης της Ελλάδας.

    Μου φαίνεται πως αν κανείς αγαπά την ποίηση, δε γίνεται παρά να αγαπά και τους ποιητές και τα «παιδιά τους» και τότε ο διαχωρισμός σε περισσότερο ή λιγότερο αξιόλογους, συντοπίτες ή μη δεν έχει και πολλή σημασία. Αλλά, βέβαια, όπως όλον τον κόσμο αγαπάμε ωστόσο ελάχιστοι μιλούν στην ψυχή του καθενός μας, έτσι γίνεται και με τα ποιήματα. Φυσικό το βρίσκω.

    Μου αρέσει!

  6. Καθόλου θράσος. Ο Χριστιανόπουλος χαίρεται σαν μικρό παιδί άμα βλέπει καλλιεργημένους και έξυπνους νεότερούς του ανθρώπους να συμφωνούν ή και να διαφωνούν μαζί του. Για να καταρρίψουμε και το μύθο που τον θέλει ακραίο, εριστικό ή περίεργο, θα πω ότι αυτό που χρόνια έκανε ήταν να αμύνεται «περί πάτρης» – κι ο καθένας μπορεί να εννοήσει την πατρίδα όπως θέλει.

    Η καταγωγή αφενός και ο τόπος διαμονής αφετέρου πάντα επηρεάζουν τους συγγραφείς. Αυτό που κυρίως έχει σημασία, όμως, είναι πώς αυτοπροσδιορίζονται. Ο καθένας τους είναι πολίτης της γης, αφού λαχταρά και πασχίζει να (προσ)δώσει οικουμενικότητα στο έργο του, αλλά ο ίδιος ξέρει αν κάποιος συγκεκριμένος τόπος είναι η πατρίδα του. Στην επαφή μου με ποιητές της ανθολογίας μου που ζουν μακριά από τη Θεσσαλονίκη άκουσα πράγματα που δεν τα περίμενα ως προς το άγγιγμα ψυχής που τους άφησε η πόλη. Ο προσεκτικός αναγνώστης θα τα διακρίνει στο έργο τους. Δεν κρύβονται ούτε ντρέπονται οι ίδιοι οι συγγραφείς για όλα τούτα. Ρώτα και τον Γιάννη που τον έχουμε εδώ καθημερινά μαζί μας και δεν χάνει ευκαιρία να λέει ότι θεωρεί τη Θεσσαλονίκη πνευματική του πατρίδα κι ας έζησε μόνο τα χρόνια των σπουδών του εδώ.

    Όσο προχωρούσε η ανθολογία, Ελένη, ομολογώ ότι με προβλημάτισε πολύ η ένταξη μη «καθαρόαιμων» Θεσσαλονικιών. Από την άλλη, κρίνω ότι είμαστε πολύ μικρή χώρα για να 'χουμε απάτριδες συγγραφείς. Για παράδειγμα, ο Νίκος ο Γρηγοριάδης του οποίου το έργο παρουσίασα τον περασμένο μήνα, γράφει με καημό ότι τον ξεχνάνε οι βόρειοι αλλά και οι νότιοι. Γεννήθηκε στο Κιλκίς, σπούδασε στο Α.Π.Θ. και ζει χρόνια στην Αθήνα. Και λοιπόν;

    Η δικιά μου η ανθολογία αποφάσισα προ καιρού ότι θα είναι μια ανοιχτή αγκαλιά για όσους άγγιξε «η επίσημη αγαπημένη των Ελλήνων». Τα είπαμε αυτά: φίλοι κι αδέλφια της Θεσσαλονίκης είναι όλοι οι Έλληνες της υφηλίου. Κι αν δεν ξέρω πόσο άγγιξε τον κάθε συγγραφέα που πέρασε αποδώ η πόλη μας, καθήκον μου είναι να ψάξω να το μάθω κι όχι να αφορίζω και να λέω «πας μη Θεσσαλονικιός βάρβαρος» και έξω από τη δική μου δουλειά.

    Για να καταλάβεις τι εννοώ, αν αξιωθώ να γνωρίσω από κοντά την Κική Δημουλά και μου πει ότι νιώθει δικό της μέρος και τη Θεσσαλονίκη και ότι κάποια ποιήματά της γράφτηκαν με το σκεπτικό αυτό, θα της αξίζει μια θέση «επίσημου ή επίτιμου προσκεκλημένου» στην ανθολογία μου. Πιθανολογώ τώρα, αλλά θέλω να σου δώσω ένα καλό παράδειγμα και πλέον τίποτα δεν θεωρώ απίθανο.

    Πάμε στον μέγα Αλεξανδρινό τώρα που είναι άλλο ένα κλασικό παράδειγμα αυτών που λέω. Αν δεν ήταν από την Αλεξάνδρεια, ίσως να μην αποκτούσε ποτέ πρόσβαση στα γραπτά και στα επιγράμματα και στο έργο των αρχαίων συγγραφέων, ίσως να μην κουβαλούσε τις εικόνες και το πνεύμα της μεγάλης πρωτεύουσας της Μεσογείου και, εν τέλει, ίσως να μη γινόταν ποτέ ο Καβάφης που στο μεγαλείο του υποκλίνεται η υφήλιος. Για σκέψου το.

    Μου αρέσει!

  7. Ελένη και Βίκυ μου.Απόλαυσα τη συζήτηση σας.Βίκυ χάνουν οι μαθητές της Θεσσαλονίκης που δεν τους διδάσκεις.Σ ευχαριστώ για την αναφορά σου στην άπειρη αγάπη που τρέφω στην πνευματική μου πατρίδα.Σπούδασα Αγγλική φιλολογία 4 χρονια στο Αριστοτέλειο.Μετά δίδαξα Αγγλικά για 3 χρόνια σε φροντιστήρια της Θεσσαλονίκης και είχα και ιδιαίτερα μαθήματα. Ταυτόχρονα έκανα εγγραφή στο τρίτο έτος της ελληνικής φιλολογίας στο Καποδιστριακό στην Αθήνα.Όμως ζούσα Θεσσαλονίκη εργαζόμενος όπως ανάφερα προηγουμένως στα φροντιστήρια.Πήγαινα στην Αθήνα μόνο για εξετάσεις.Δεν παρακολουθούσα τα μαθήματα.Δεν μπορούσα να χάσω τη Θεσσαλονίκη παρόλο που τότε μου ήταν συμπαθής και η Αθηνα.Έζησα λοιπόν 8 χρόνια στην Θεσσαλονίκη με έντονες συγκινήσεις και βιώματα.Μετά πήγα στην Αγγλία για μεταπτυχιακές σπουδές και ακολόυθως ήλθα στην Κύπρο ως πρόσφυγας στη Λάρνακα και μετά Λεμεσό.Πιστέυω αν δεν έβρισκα τόσο εύκολα δουλειά στο ιδιωτικό σχολείο στη Λάρνακα αυτή τηυ στιγμή θα ήμουν κάτοικος της Θεσσαλονίκης.Ναι έγραψα ποίηση και γιατί με σφυρηλάτισε πνευματικά η Θεσσαλονίκη.

    Μου αρέσει!

  8. Α, όλα κι όλα, οι μαθητές μου μάλλον βγήκαν κερδισμένοι την εικοσαετία 1981-2000 που δούλεψα στα φροντιστήρια. Μπορεί να μην ήξερα πολλά πράγματα τότε και να μην είχα την πείρα που έχω σήμερα (όση έχω), αλλά είχα το κέφι, τη ζωντάνια και το μεράκι που απαιτεί η διδασκαλία. Μεγαλώναμε μαζί με τους μαθητές μου κι αυτό είναι συγκλονιστική εμπειρία.

    Πάντα θα σε αναφέρω, Γιάννη, ως παράδειγμα ανθρώπου που θα μείνει εσαεί επίτιμος πολίτης της Θεσσαλονίκης. Γιατί, αν θυμάσαι, ήταν το πρώτο πράγμα που σε ρώτησα πριν περίπου ένα χρόνο πλέον και θα θυμάμαι όσο ζω την αυθόρμητη κι αστραπιαία απάντησή σου.

    Μου αρέσει!

  9. Όλοι καλά θα είμαστε, Γιάννη μου, γιατί είναι τόσο πολλά τα ποιήματα που περιμένουν υπομονετικά στη σειρά τους ώσπου να τα διαβάσουμε με αγάπη και μεράκι όλοι μας. Δεν έχουμε δικαίωμα να κάνουμε πίσω τώρα πια. 🙂

    Μου αρέσει!

  10. Λενιώ, ξέχασα να σου απαντήσω για τους νεότερους ποιητές. Ναι, εκεί οι διαφορές μεταξύ «βόρειων» και «νότιων» τείνουν να εκλείψουν.

    Μιλάμε πάντα για τους ποιητές από τη γενιά του '80 και μετά, πάντως, γιατί η γενιά του '70 κουβαλάει κάμποσους από τους ίδιους καημούς μέσα της. Κι αυτό είναι φανερό στην ποίηση του Δημητριάδη, της Κυρτζάκη, του Καρατζόγλου, του Χουλιάρα, του Ποδιναρά, της Αναγνωστοπούλου, της Μπακονίκα, της Καριζώνη, του Ξεξάκη, αρκετά και στου Βιστωνίτη, και λιγότερο διακριτό στους πιο «λόγιους» στίχους του Καλοκύρη και του Γεωργιάδη. Διατρέχω τον κίνδυνο να ξεχάσω μερικούς από τους ποιητές μου, αλλά έτσι κι αλλιώς θα γίνει παρουσίαση του έργου όλων τους στο εγγύς και απώτερο μέλλον, οπότε δεν θα αδικηθεί κανένας. 🙂

    Στη γενιά του '80 έχουμε ένα δυνατό ποιητή, τον Ζαφειρίου, που θα 'λεγα με σιγουριά πως δεν τείνει να αποκοπεί από τους παλαιότερους. Κουβαλάει μέσα του τη λαϊκή παράδοση, την ιστορία και το μεράκι της πόλης(;), της χώρας(;) με έναν ιδιότυπο και πολύ προσωπικό τρόπο.

    Τα νεότερα και συνομήλικα του Σταύρου κορίτσια της Σαλονικιώτικης ποίησης, έχουν κάνει σοβαρά βήματα μεν, αλλά δεν μας έχουν δώσει ακόμα πλήρως το προσωπικό τους στίγμα. Είναι, όμως, ακόμα τόσο νέες και καλές ποιήτριες (το 'χουν, που λέμε) ώστε μπορούμε να περιμένουμε τα καλύτερα απ' όλες τους, όπως και από τα συνομήλικά τους αγόρια. Εδώ θα είμαστε για να τους καμαρώνουμε στο μέλλον.

    Μου αρέσει!

  11. Καλημέρα και στους δυο σας!

    Έχασα την κουβέντα σας εχθές, γιατί η ημικρανία που με ταλαιπωρούσε από το πρωί επιδεινώθηκε κι αναγκάστηκα να κλείσω τον υπολογιστή δίχως ούτε έναν αποχαιρετισμό. Όχι πως ξύπνησα καλά, αλλά είμαι κάπως καλύτερα τώρα.

    Γιάννη, την περίμενα τη συμμετοχή σου στην κουβέντα μας. Το έχω διαπιστώσει κι από προηγούμενα λεγόμενά σου πως τρέφεις αγάπη για τη Θεσσαλονίκη κι η Βίκυ το επιβεβαίωσε ακόμα μια φορά. Είναι στ' αλήθεια περίεργο πόση επίδραση μπορεί να έχει πάνω σου ένας τόπος με τη γεωγραφία και την ανθρωπογεωγραφία του. Αυτό, εξάλλου, δεν είναι και η βασική αιτία που οι Έλληνες είμαστε αυτοί που είμαστε στο πέρασμα των αιώνων; Το ότι κατοικούμε σ' έναν τόπο σταυροδρόμι ηπείρων και πολιτισμών;

    Όσο για τη Βίκυ, έχεις δίκιο σ' αυτό που λες, πως μια ευμεγέθη ζημία την έχουν οι μαθητές της Θεσσαλονίκης που εγκατέλειψε τη διδασκαλία. Δεν έχουμε δα και πολλούς ΔΑΣΚΑΛΟΥΣ να χαιρόμαστε, ωστόσο καμιά φορά κι οι άξιοι δάσκαλοι δε βρίσκουν αντάξιους μαθητές και χαραμίζονται (νομίζω είσαι σε θέση να το ξέρεις αυτό). Θα της το έλεγα κι εγώ εχτές, αν δεν ήξερα πως θα διαμαρτυρόταν, οπότε το άφησα να της το πω από κοντά, τότε που δε θα έχει το περιθώριο να μου «θυμώσει».

    Βίκυ, με έκανες αβάσταχτα κι απύθμενα να ζηλέψω στην προοπτική να γνωρίσεις την Κική Δημουλά από κοντά. Μακάρι να 'μουν ψύλλος στον κόρφο σου εκείνη τη στιγμή. Τρέφω, το ομολογώ, μεγάλη αγάπη και σεβασμό γι' αυτήν τη γυναίκα και ποιήτρια. Δε θα πω άλλα. Τα πολλά λόγια καμιά φορά είναι βεβήλωση προς τα ιερά και όσιά μας. Σου εύχομαι, πάντως, να γίνει η συνάντηση.

    Καμιά φορά αναρωτιέμαι αν έχουν επίγνωση οι ποιητές τι τρικυμίες σηκώνουν στις ψυχές ημών που τους διαβάζουμε.

    Τέλος πάντων! Ας είναι καλά εκείνοι, ας είμαστε κι εμείς και καλοδεχούμενες οι τρικυμίες!

    Μου αρέσει!

  12. Από κοντά, Λενάκι, δεν θα προλάβεις να καταλάβεις ότι θύμωσα – απλώς θα το νιώσεις.

    Η συνάντηση με τη Δημουλά δεν είναι τόσο δύσκολη όσο φαντάζεσαι γιατί είναι πολύ απλός και προσιτός άνθρωπος. Πάντως, σίγουρα, θα την επιδιώξω και θα δούμε.

    Ωστόσο, Λενιώ, σίγουρα θα σου συστήσω μερικούς από τους ποιητές που παρουσιάζω εδώ και ζουν στην Αθήνα. Αυτό είναι το μόνο εύκολο. Κι όποτε σε φέρω μαζί μου εδώ στο βορρά, θα γνωρίσεις ακόμα περισσότερους.

    Μου αρέσει!

  13. Γιάννη, δεν βλέπω κανένα άλλο μήνυμά σου. Δεν είναι θέμα βλάβης τού υπολογιστή σου. Καμιά φορά πατάμε το κουμπάκι για τη δημοσίευση, αλλά κάτι δεν πάει καλά με τη γραμμή εκείνη την ώρα και χάνεται.

    Ωστόσο, μήπως είναι στο προηγούμενο ποίημα αυτή η απάντηση που ψάχνεις; Γιατί κι εκεί κάναμε παρόμοια κουβέντα.

    Μου αρέσει!

  14. Εύκολο για σένα. Για ρώτα κι εμένα! Θα ήταν απείρως ευκολότερο να πας στο φεγγάρι να τους βρεις από το να πας εμένα ως αυτούς. Νόμιζες πως υπερέβαλλα όταν σου έλεγα για τις ντροπές μου; Η μόνη περίπτωση θα ήταν να μεταμορφωθώ σε …ψύλλο και να μη γίνω αντιληπτή. Αλλά αυτό δε γίνεται…

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε.

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.