Ό,τι πολύ αγάπησα: ποίηση & μουσική

Μ’ αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ’ τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα…

Αρχείο για Πιάνο

Από τον Μάνο Χατζιδάκι στον Μίκη Θεοδωράκη και τον Σταύρο Ξαρχάκο

Αλλάζουμε κλίμα, αλλάζουμε ποιητή, αλλάζουμε εποχή, χωρίς ν’ αλλάξουμε πόλη, και περνάμε στη διασκευή ενός από τα σημαντικότερα μουσικά έργα του 20ού αιώνα που βασίζεται σε μια από τις σπουδαιότερες ποιητικές συλλογές του μεσοπολέμου. Έτσι μέσα σε περίπου ένα μήνα καλύπτουμε και (ξανα)ανακαλύπτουμε δύο αγαπημένους μου ποιητές, τρεις αγαπημένους μου συνθέτες και δύο αγαπημένους μου νεότερους τραγουδιστές.

Τα Τραγούδια της αμαρτίας απασχόλησαν τον Μάνο Χατζιδάκι τα τρία τελευταία χρόνια της ζωής του. Ο δίσκος προβλεπόταν να έχει 20 τραγούδια. Απ’ αυτά πρόλαβε να συνθέσει τα 15, ενώ μερικά τα είχε ήδη ηχογραφήσει στο σπίτι του δουλεύοντας με τον Ανδρέα Καρακότα κι άλλα βρέθηκαν σε παρτιτούρες και σχέδια.

Δεν πρόλαβε, ωστόσο, να ενορχηστρώσει το έργο γι’ αυτό και το 1996 εκδόθηκε σε μορφή για φωνή (Ανδρέας Καρακότας) και πιάνο (Ντόρα Μπακοπούλου) από το Σείριο.

Απολαύστε ένα μέρος του προλόγου που έγραψε ο ίδιος ο Μάνος Χατζιδάκις τον Γενάρη του 1993 για Τα τραγούδια της αμαρτίας:

Μπαίνοντας στη Θεσσαλονίκη το ’45, αργά το βράδυ της Μ. Πέμπτης είχε τελειώσει η λειτουργία και οι εκκλησίες άδειες, φωτισμένες ηχούσαν πένθιμα. Περπατούσα μόνος και θαμπωμένος – είπα από μέσα μου: «Θεέ μου, πόση αμαρτία πρέπει να περιέχει αυτή η πόλη για να ‘χει τόσες εκκλησίες».
[...]
Κι έτσι έγινα φανατικός λάτρης της πόλης και των αφανών κατοίκων της. Τα παλιά σπίτια, οι ατέλειωτες συνοικίες, οι κεντρικοί μα και οι απόκεντροι δρόμοι της, λειτουργούσαν θρησκευτικά τον ερωτισμό των νεαρών κατοίκων της και την υπέροχη και τόσο προχωρημένη αταξική ερωτική συνείδησή τους.
Συγχρόνως μου έγινε αντιληπτό πως ο αρχαίος έρωτας δεν έχει τόση αξία στον καιρό μας, δίχως αυτό το ανομολόγητο αίσθημα αμαρτίας κι ενοχής που μας παρέχει η βυζαντινή θρησκευτική κληρονομιά μας.
Και όλ’ αυτά επιχειρώ να τα συνθέσω, σε μια πολύχρωμη τοιχογραφία που περιέχει ποιήματα του Ντίνου Χριστιανόπουλου κι ένα του Γιώργου Χρονά, βυζαντινές υμνωδίες, λαϊκούς ρυθμούς και μια στρατιωτική μπάντα που να παίζει επίμονα το «Ειδύλλιο του Ζήγκφριντ» του Βάγκνερ. Το έργο αυτό το αφιερώνω σ’ όσους μπορούν ακόμη να διαβρωθούν από τη Μουσική και το Τραγούδι.

[Πηγή: Translatum]

Σημαντικοί δημιουργοί

Οι μεγάλες περίοδοι, που αποτελούν πεδίο δημιουργίας για το εργατικό, κοινωνικό αλλά και λαϊκό επαναστατικό τραγούδι στην Ελλάδα, είναι η Μικρασιατική Καταστροφή, η δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά, η Κατοχή, η Εθνική Αντίσταση, η Απελευθέρωση από τους Γερμανούς, ο εμφύλιος πόλεμος που ακολούθησε καθώς και η μετεμφυλιακή περίοδος. Τα περισσότερα εργατικά-λαϊκά τραγούδια στην Ελλάδα γράφτηκαν την περίοδο 1922 – 1967, από τους σημαντικούς μουσικούς πρωταγωνιστές της Σμύρνης και της Πόλης όπως οι Τούντας, Παπάζογλου, Σέμσης, Νταλγκάς, αλλά και οι Μάρκος Βαμβακάρης, Μπάτης, Χατζηχρήστος, Θεοδωράκης, Ρίτσος.

Ο τελευταίος άλλωστε εμπνεύστηκε τον «Επιτάφιο», στη Θεσσαλονίκη, τον Μάιο του 1936. Τα εργατικά συνδικάτα της πόλης κατέβασαν τα μέλη τους στον δρόμο για να διαδηλώσουν, με αποτέλεσμα να επακολουθήσουν συγκρούσεις με την Αστυνομία. Ο φωτογραφικός φακός της εποχής αποτύπωσε μια μάνα να μοιρολογεί, στη μέση του δρόμου, πάνω από τον νεκρό γιο της. Ο ποιητής εμπνεύστηκε από το τραγικό γεγονός και γράφει το 1936 τον «Επιτάφιο», στον οποίον περιέχεται το ποίημα «Μέρα Μαγιού μού μίσεψες». Δύο χρόνια αργότερα, η δικτατορία του Μεταξά έκαψε αντίτυπα του βιβλίου κάτω από τους Στύλους του Ολυμπίου Διός. Ο «Επιτάφιος» όμως δεν έσβησε από τη μνήμη του ελληνικού λαού. Είκοσι χρόνια αργότερα, ο Γιάννης Ρίτσος στέλνει αντίτυπο του βιβλίου του από το Παρίσι όπου ζούσε τότε ο Μίκης Θεοδωράκης. Ο συνθέτης, συγκινημένος, μελοποιεί μερικά ποιήματα το ίδιο εκείνο απόγευμα. Ο μελοποιημένος «Επιτάφιος» πρωτοκυκλοφόρησε σε δίσκο το 1960 σε δύο εκτελέσεις.
[Πηγές: εφημερίδα Το Βήμα (2005), Translatum

Επιτάφιος κατά Σταύρο Ξαρχάκο (ζωντανή ηχογράφηση από το Ωδείο Ηρώδου του Αττικού το 2000 / ο δίσκος κυκλοφόρησε το 2004)

Βασίλεψες αστέρι μου, βασίλεψε όλη η πλάση, κι ο ήλιος, κουβάρι ολόμαυρο, το φέγγος του έχει μάσει.
Κόσμος περνά και με σκουντά, στρατός και με πατάει
κ’ εμέ το μάτι ουδέ γυρνά κι ουδέ σε παρατάει.
Γιάννης Ρίτσος

«Μια μάνα κλαίει πάνω από το κουφάρι του σκοτωμένου γιου της. Γύρω της ακούγονται οι ήχοι του πολέμου: ποδοβολητά από στρατιωτικές μπότες, τύμπανα, κανόνια που ξερνοβολούν φωτιά και θάνατο. Εκείνη δεν ακούει τίποτα, ακούει μόνο της φωνή της που μοιρολογά, ακούει μόνο το μονόλογο της πάνω από το άψυχο κορμί Κι είναι ένας μονόλογος, που περνάει από την απελπισία του τελεσίδικου γεγονότος στις μνήμες μιας περασμένης ζωής, από τη συνειδητοποίηση της απόλυτης πλέον μοναξιάς πίσω στην πιο μαύρη απελπισία, κι ύστερα στην ελπίδα ότι τούτη η θυσία δεν πήγε χαμένη, ότι ο σκοτωμένος γιος της θα μπει στις «φλέβες ολουνών» και θα ζήσει», λέει στο σημείωμα του ο Ανταίος Χρυσοστομίδης.
Ο Επιτάφιος του Γιάννη Ρίτσου έγινε γνωστός στις αρχές της δεκαετίας του ’60 σε μια Ελλάδα που ακόμα αιμορραγούσε από τη δικτατορία του Μεταξά, τη γερμανική Κατοχή και τον εμφύλιο πόλεμο. Η ερμηνεία που έδινε στον Επιτάφιο ο Μάνος Χατζιδάκις έριχνε το βάρος στη λυρική πλευρά του έργου, ενώ η μεταγενέστερη, του Θεοδωράκη, υπερτόνιζε το λαϊκό χρώμα ανοίγοντας το δρόμο σε μια πληθώρα διαφορετικών εκτελέσεων μια ενιαία ενορχηστρωτική άποψη με πάθος και δυναμική.
Ώσπου ο Σταύρος Ξαρχάκος απαντά στη συνθετική «πρόκληση» και ανασυνθέτει την υπάρχουσα μουσική δεξαμενή με ευφάνταστο, μεγαλοφυή τρόπο επιχειρώντας ανατρεπτικές εναλλαγές ηχοχρωμάτων και εντυπωσιακούς συνδυασμούς οργάνων. Ο συνθέτης διευθύνει την Κρατική Ορχήστρα Ελληνικής Μουσικής στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού. Η άποψη του Ξαρχάκου υπήρξε απλή, εντούτοις καταλυτική. Όπως συνεχίζει ο Ανταίος Χρυσοστομίδης, ο Σταύρος Ξαρχάκος ξαναδιάβασε το ποίημα του Ρίτσου και προσπάθησε να εντάξει τις θεοδωρακικές μελωδίες σ’ ένα σήμερα που δεν είναι πλέον ανυποψίαστο, σ’ ένα σήμερα που κουβαλάει πίσω του ένα παρελθόν φορτωμένο με ανελεύθερα καθεστώτα, δικτατορίες, εθνικούς διχασμούς κι αίμα, πολύ αίμα. Αποφάσισε ότι το έργο θα πρέπει να είναι – και είναι – ενιαίο, όπως ενιαίο είναι ένα μοιρολόγι, όπως διαρκής και σταθερός είναι πάντα ο ανθρώπινος πόνος μπροστά στο θάνατο. Ο Επιτάφιος δεν είναι πλέον οκτώ τραγούδια με κοινή, έστω θεματική. Γίνεται ένα και μοναδικό έργο που περνάει από την απόγνωση στη μοναξιά, από την οργή στην ελπίδα, που περνάει από διαφορετικές μελωδικές γραμμές, παύσεις και εντάσεις, αλλά διαφυλάσσει τον ενιαίο λόγο του: είναι ένα τραγούδι – ποταμός που, στο διάβα του φέρνει μαζί του χιλιόχρονες μνήμες, μνήμες που πρέπει να διαφυλαχτούν, να αναβιώσουν σ’ ένα ευτυχώς ελεύθερο πλέον αλλά συχνά αναισθητοποιημένο σήμερα…
Η εκτέλεση Ξαρχάκου συλλέγει κάτι από τους χυμούς των κλασικών εκτελέσεων για να ανοιχτεί σε άλλα, πολύ βαθιά νερά. Στα διάφορα περάσματα της γίνονται έντονα τα ηχογρώματα του Θεοδωράκη, του Χατζιδάκι και του ίδιου του Ξαρχάκου-σε μια, θα έλεγε κανείς, συνειδητή αναφορά στο κλίμα μιας εποχής που ακόμα εξακολουθεί εν πολλοίς να τροφοδοτεί το καλό ελληνικό τραγούδι. Από κει και πέρα, όμως μεταμορφώνεται σ’ ένα συμφωνικό σχεδόν έργο, σε μια σουίτα που μπορεί και εμπεριέχει μουσικές μνήμες από άλλες θεσπέσιες μουσικές. Το έργο ξεκινά με τον ρυθμό δίνουν τα τύμπανα του πολέμου, περνά σ’ ένα κλασικό adagio, τραγουδά ανήσυχα για το «καράβι που βούλιαξε κι έσπασε το τιμόνι», γλυκαίνει ξανά για να καταλήξει σ’ ένα σχεδόν ηπειρώτικο μοιρολόγι, και, λίγο πριν το τέλος, ανοίγεται σ’ ένα μοναδικής δύναμης κρεσέντο – μια από τις καλύτερες ενορχηστρωτικές σελίδες που επινόησε ποτέ ο Ξαρχάκος. Κι όλα αυτά, και παρά τους δανεισμούς από τη δυτική μουσική, μέσα σ’ ένα καθαρά ελληνικό μουσικό κλίμα που αποδεικνύει όχι μόνο τον πλούτο της μουσικής μας παράδοσης αλλά και τον πλούτο της μουσικής μας πραγματικότητας».
Σημαντική είναι η παρουσία της Μαρίας Σουλτάτου, η ερμηνεία της οποίας, όπως σημειώνει ο ίδιος ο συνθέτης, «μας ταξιδεύει από τα χθόνια στα ουράνια για να συνενώσει τον Επιτάφιο θρήνο με τον τρισμέγιστο ύμνο της Ανάστασης του νεκρού θεού και του νεκρού ανθρώπου».
“Στη διαχρονική κλίμακα της απελπισίας και της ελπίδας. Του θαύματος και του θριάμβου της ζωής και στο θάνατο”.
[Πηγή: musiccorner.gr

Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, το πέρασμα από τον έναν συνθέτη στον άλλο σε τούτο το ιστολόγιο. Συνοψίζω τους λόγους:

Την πρωτομαγιά του 1936, 9 χρόνια προτού πει ο Μάνος Χατζιδάκις για τη Θεσσαλονίκη «Θεέ μου, πόση αμαρτία πρέπει να περιέχει αυτή η πόλη για να ‘χει τόσες εκκλησίες», στη γενέτειρά μου είχε γίνει μια ακόμα αμαρτία με ανθρώπινα θύματα από την κυβέρνηση Μεταξά, και η εικόνα της μάνας που μοιρολογούσε τον νεκρό της γιο εμπνέει τον Γιάννη Ρίτσο να γράψει τον Επιτάφιο. Τα ποιήματα μελοποιούνται πολύ αργότερα, το 1958 από τον Μίκη Θεοδωράκη, και ηχογραφούνται για πρώτη φορά το 1960 υπό την ενορχήστρωση του Μάνου Χατζιδάκι και με ερμηνεύτρια τη Νάνα Μούσχουρη. Λίγο αργότερα την ίδια χρονιά, ο Επιτάφιος ηχογραφείται ξανά με τον Μανώλη Χιώτη στο μπουζούκι και ερμηνευτές τον Γρηγόρη Μπιθικώτση και την Καίτη Θύμη. Το θρυλικό αυτό έργο ανέδειξε τον συνθέτη που έμελλε να γίνει ο εθνικός μας λαϊκός μουσουργός και, καθώς το ακολούθησαν πολλές μελοποιήσεις έργων των ποιητών μας από τον Μίκη και άλλους συνθέτες, συντέλεσε κατά πολύ στο να αναγκαστούν οι ξένοι να πουν αργότερα ότι η Ελλάδα τραγουδάει τους ποιητές της. Λίγο μετά το 1990, ο Μάνος Χατζιδάκις επανέρχεται στην αρχική του σκέψη για τις αμαρτίες της Θεσσαλονίκης και ετοιμάζει Τα τραγούδια της αμαρτίας με τον Ανδρέα Καρακότα και την Ντόρα Μπακοπούλου μελοποιώντας ποιήματα του Ντίνου Χριστιανόπουλου και ένα του Γιώργου Χρονά. Δυστυχώς, φεύγει από κοντά μας προτού γίνει η ηχογράφηση του τελευταίου αυτού έργου του που τελικά κυκλοφορεί το 1996. 4 χρόνια αργότερα, το 2000, ο Σταύρος Ξαρχάκος αφουγκράζεται με το δικό του ευαίσθητο αφτί τον θρήνο της μάνας στον Επιτάφιο του Γιάννη Ρίτσου και του Μίκη Θεοδωράκη και παρουσιάζει μια αριστοτεχνική διασκευή του έργου με τη Μαρία Σουλτάτου και την Κρατική Ορχήστρα Ελληνικής Μουσικής στο Ηρώδειο. Από τη ζωντανή ηχογράφηση της συναυλίας προκύπτει ένας δίσκος που κυκλοφορεί το 2004.

Έχω, λοιπόν, τη χαρά και την τύχη να παρουσιάσω στη σειρά δύο σημαντικά έργα μελοποίησης αγαπημένων μου ποιητών από τρεις σπουδαίους συνθέτες μας, ερμηνευμένα από δύο εξαίρετους τραγουδιστές της γενιάς μου και δεκάδες άξιους μουσικούς μας. Θέλω να πιστεύω και ελπίζω ότι αυτά τα έργα που ως χτες μάλλον τα ήξεραν λίγοι και εκλεκτοί, τώρα που τα ξανακούμε μέσω του εργαλείου του παρόντος και του μέλλοντος, του Ίντερνετ, θα γίνουν πιο γνωστά σε περισσότερο κόσμο και θα πάρουν τη θέση που τους αξίζει στο μυαλό και την ψυχή μας. Καλή μας ακρόαση!

Ντίνος Χριστιανόπουλος & Μάνος Χατζιδάκις, Τύψεις

Τύψεις

Ποίηση: Ντίνος Χριστιανόπουλος (Τύψεις από τη συλλογή Ξένα γόνατα (1954))
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
Πιάνο: Ντόρα Μπακοπούλου
Τραγούδι: Μάνος Χατζιδάκις
Δίσκος: Τα τραγούδια της αμαρτίας (1996) 

όσο περνούν οι μέρες και μακραίνει
η ηλικία της σεμνότητας, αισθάνομαι
τις ανεπαίσθητες ραγισματιές εντός μου
από νύχτα σε νύχτα να πληθαίνουν:
δρόμοι που πήρα με χαμηλωμένα μάτια
φώτα που πέσαν πάνω μου ανελέητα
λόγια πιο πρόστυχα κι απ’ τις χειρονομίες -
μα πιο πολύ, η όψη της μητέρας μου
όταν γυρνώ αργά το βράδυ και τη βρίσκω
μ’ ένα βιβλίο στο χέρι να προσμένει
βουβή ξενυχτισμένη και χλομή

Ντίνος Χριστιανόπουλος & Μάνος Χατζιδάκις, Ενός λεπτού σιγή

Ενός λεπτού σιγή

Ποίηση: Ντίνος Χριστιανόπουλος (Ενός λεπτού σιγή από τη συλλογή Ανυπεράσπιστος καημός (1960))
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
Πιάνο: Ντόρα Μπακοπούλου
Τραγούδι: Ανδρέας Καρακότας
Δίσκος: Τα τραγούδια της αμαρτίας (1996) 

Εσείς που βρήκατε τον άνθρωπό σας
κι έχετε ένα χέρι να σας σφίγγει τρυφερά,
έναν ώμο ν’ ακουμπάτε την πίκρα σας,
ένα κορμί να υπερασπίζει την έξαψή σας,

κοκκινίσατε άραγε για την τόση ευτυχία σας,
έστω και μια φορά;
είπατε να κρατήσετε ενός λεπτού σιγή
για τους απεγνωσμένους;

Γιώργος Χρονάς & Μάνος Χατζιδάκις, Νεαρέ γιε του μπακάλη (Ωδή)

Νεαρέ γιε του μπακάλη (Ωδή)

Ποίηση: Γιώργος Χρονάς (Ωδή από τη συλλογή Ο αναιδής θρίαμβος (1984))
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
Πιάνο: Ντόρα Μπακοπούλου
Τραγούδι: Ανδρέας Καρακότας
Δίσκος: Τα τραγούδια της αμαρτίας (1996) 

Νεαρέ γιε του μπακάλη
λατρεμένε διαβάτη της νύχτας
για σένα αφήνει η Αφροδίτη
τα κλειδιά στην πόρτα
για σένα ξενυχτάνε οι φοιτητές
της Γεωπονικής Σχολής

Για σένα λιώνει το σαπούνι
στα χέρια μου [πρωτότυπο: του λουτράρη]

Ντίνος Χριστιανόπουλος & Μάνος Χατζιδάκις, Νυχτερινό Γ (In memoriam)

Νυχτερινό Γ (In memoriam)

Ποίηση: Ντίνος Χριστιανόπουλος (In memoriam από τη συλλογή Ο αλλήθωρος (1970))
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
Πιάνο: Ντόρα Μπακοπούλου
Τραγούδι: Ανδρέας Καρακότας
Δίσκος: Τα τραγούδια της αμαρτίας (1996) 

Αίμα στη χλαίνη, αίμα στο χορτάρι,
αίμα στο επικίνδυνο φεγγάρι.

Το επικίνδυνο φεγγάρι θα χαθεί,
το χορτάρι – κι αυτό θα μαραθεί.

Μα στην καθημερινή του χλαίνη,
άνθος αμάραντο, το αίμα μου θα μένει.

Ντίνος Χριστιανόπουλος & Μάνος Χατζιδάκις, Νυχτερινό Α (Το δάσος)

Νυχτερινό Α (Το δάσος)

Ποίηση: Ντίνος Χριστιανόπουλος (Το δάσος από τη συλλογή Ο αλλήθωρος (1970))
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
Πιάνο: Ντόρα Μπακοπούλου
Τραγούδι: Ανδρέας Καρακότας
Δίσκος: Τα τραγούδια της αμαρτίας (1996) 

Δεν ξεριζώνονται οι νύχτες από μέσα μας,
βλασταίνουν φύλλα και κλαδιά
κι έρχονται τα πουλιά του έρωτα και κελαηδούνε.

Δεν ξεριζώνονται οι νύχτες από μέσα μας,
οι σπόροι τους φυτρώνουν δάσος σκοτεινό,
στις λόχμες του ο φόβος ενεδρεύει.

ζώα μικρά και ζώα άγρια το κατοικούν,
όχεντρες έρπουν και ρημάζουν τις φωλιές μας,
λιοντάρια ετοιμάζονται να μας ξεσκίσουν.

Δεν ξεριζώνονται οι νύχτες από μέσα μας,
έγιναν δάσος σκοτεινό και μας πλακώνουν.

Ντίνος Χριστιανόπουλος & Μάνος Χατζιδάκις, Σαν τους αριστερούς (Κατατρεγμένοι)

Σαν τους αριστερούς (Κατατρεγμένοι)

Ποίηση: Ντίνος Χριστιανόπουλος (Κατατρεγμένοι από τη συλλογή Ο αλλήθωρος (1970))
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
Πιάνο: Ντόρα Μπακοπούλου
Τραγούδι: Ανδρέας Καρακότας
Δίσκος: Τα τραγούδια της αμαρτίας (1996) 

Σαν τους αριστερούς σάς αγαπώ, αδέρφια μου∙
κι αυτοί κι εμείς διαρκώς κατατρεγμένοι:
αυτοί για το ψωμί – εμείς για το κορμί,
αυτοί για λευτεριά – εμείς για έρωτα,
για μια ζωή δίχως φόβο και χλεύη.

Σαν τους αριστερούς σάς αγαπώ, αδέρφια μου,
παρόλο που κι αυτοί μας κατατρέχουν.

Ντίνος Χριστιανόπουλος & Μάνος Χατζιδάκις, Το γαϊδουράκι

Το γαϊδουράκι

Ποίηση: Ντίνος Χριστιανόπουλος (Το αδέσποτο γαϊδουράκι από τη συλλογή τραγουδιών Το αιώνιο παράπονο (1993))
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
Πιάνο: Ντόρα Μπακοπούλου
Τραγούδι: Ανδρέας Καρακότας
Δίσκος: Τα τραγούδια της αμαρτίας (1996) 

Αδέσποτο στους δρόμους τριγυρνάει
ένα μικρό γαϊδούρι μοναχό,
κανένα χορταράκι μασουλάει
γιατί ‘ναι πεινασμένο το φτωχό.

Κοιτάει τ΄ αυτοκίνητα θλιμμένο
και σκύβει το κεφάλι καταγής,
κι εκείνα σταματούνε να περάσει
σα λείψανο μιας άλλης εποχής.

–Καημένο γαϊδουράκι, που ποτέ σου
δε χάρηκες αγάπη και στοργή,
ποιος ξέρει σε ποιο δρόμο κάποια μέρα
μια ρόδα θα σου πάρει τη ζωή.

Ντίνος Χριστιανόπουλος & Μάνος Χατζιδάκις, Αναμονή (Όταν σε περιμένω)

Αναμονή (Όταν σε περιμένω)

Ποίηση: Ντίνος Χριστιανόπουλος (Όταν σε περιμένω από τη συλλογή Ανυπεράσπιστος καημός (1960))
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
Πιάνο: Ντόρα Μπακοπούλου
Τραγούδι: Ανδρέας Καρακότας
Δίσκος: Τα τραγούδια της αμαρτίας (1996) 

Όταν σε περιμένω και δεν έρχεσαι,
ο νους μου πάει στους τσαλακωμένους,
σ’ αυτούς που ώρες στέκονται σε μια ουρά,
έξω από μια πόρτα ή μπροστά σ’ έναν υπάλληλο,
κι εκλιπαρούν με μια αίτηση στο χέρι
για μια υπογραφή, για μια ψευτοσύνταξη.

Όταν σε περιμένω και δεν έρχεσαι,
γίνομαι ένα με τους τσακισμένους.

Παλαιότερες καταχωρίσεις »
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 478 other followers