Ό,τι πολύ αγάπησα: ποίηση & μουσική
Μ’ αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ’ τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα…Αρχείο για Κατοχικό τραγούδι
Όταν ανάψουν οι φωτιές (Πασχαλιές μέσα από τη νεκρή γη)
Όταν ανάψουν οι φωτιές (διασκευή του τραγουδιού Όταν συμβεί στα πέριξ του Βασίλη Τσιτσάνη)
Διασκευή & διεύθυνση ορχήστρας: Μάνος Χατζιδάκις
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος, Στέλιος Μακρυδάκης, Λάκης Καρνέζης
Ηχογράφηση: 1962 (Columbia GCX 101)
Δίσκος: Πασχαλιές μέσα από τη νεκρή γη
Πηγή: Κώστας Παπαδόπουλος: το τρίχορδο της ψυχής μας
Βασίλης Τσιτσάνης, Τρελή που θέλεις να με στεφανώσεις
Πρώτη εκτέλεση
Τρελή που θέλεις να με στεφανώσεις
Χασάπικο της κατοχικής περιόδου στη Θεσσαλονίκη
Μουσική & στίχοι: Βασίλης Τσιτσάνης
Πρώτη φωνογράφηση: 10 Ιανουαρίου 1950 [H.M.V. A.0.2912]
Πρώτη εκτέλεση: Σταύρος Τζουανάκος & Βασίλης Τσιτσάνης
Τρελή, που θέλεις να με στεφανώσεις
και νύφη στο πλευρό μου να σταθείς,
να ξέρεις, πως πικρά θα μετανιώσεις
και γρήγορα στους δρόμους θα βρεθείς.
Δεν κάνω εγώ για γάμο και για σπίτι,
κουράζομαι στα ίδια τα φιλιά,
γουστάρω να γυρνώ σαν το σπουργίτη
κι όπου σταθώ να στήνω τη φωλιά.
Παντρέψου κάναν άλλο νοικοκύρη
και πνίξε της καρδιάς σου τον καημό,
μ’ εμένα το ρεμπέτη και μπατίρη,
στα σίγουρα θα πέσεις στον γκρεμό.
Γράφτηκε στην Κατοχή.
[Πηγή για τους στίχους: Θεόφιλος Αναστασίου, ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ, Άπαντα, σ. 177]
Translatum: Favourite Music and Lyrics – Βασίλης Τσιτσάνης, περίοδος 1936 – 1954
Βασίλης Τσιτσάνης, Για τα μάτια π’ αγαπώ
Πρώτη εκτέλεση
Για τα μάτια π’ αγαπώ
(γνωστό και ως Εγώ πληρώνω τα μάτια π’ αγαπώ ή Ξημερώνει και βραδιάζει)
Χασαποσέρβικο (γράφτηκε επί κατοχής στο «ουζερί Τσιτσάνη» (Χατζηδουλής, σ. 122))
Μουσική & στίχοι: Βασίλης Τσιτσάνης
Πρώτες φωνογραφήσεις:
α) Οκτώβρης του 1949 [COLUMBIA D.G. 6786]
Ερμηνεία: Μαρίκα Νίνου, Πρόδρομος Τσαουσάκης & Βασίλης Τσιτσάνης
β) 1949 [ODEON G.A. 7509]
Ερμηνεία: Στέλλα Χασκίλ, Βασίλης Τσιτσάνης & Μάρκος Βαμβακάρης
Ξημερώνει και βραδιάζει
πάντα στον ίδιο το σκοπό,
φέρτε μου να πιω το ακριβότερο πιοτό, εγώ πληρώνω
τα μάτια π’ αγαπώ.
Κι όταν βλέπεις ταβερνιάρη
να σπάω, να παραμιλώ,
μη με κατακρίνεις, μη με παίρνεις για τρελό, εγώ πληρώνω
τα μάτια π’ αγαπώ.
Η καρδιά μου συννεφιάζει
τρέχουν τα δάκρυα βροχή,
σίγουρα θα πάμε, μια και φτάσαμε ως εκεί, εσύ στο χώμα
κι εγώ στη φυλακή.
Σημειώσεις του Ντίνου Χριστιανόπουλου στο βιβλίο του Τα τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη που γράφτηκαν στη Θεσσαλονίκη επί Γερμανικής Κατοχής (Εκδόσεις Μπιλιέτο, Παιανία), σελ. 91-92:
Ο στίχος «εσύ στο χώμα κι εγώ μες στο Γεντί» έγινε από τη λογοκρισία «εσύ στο χώμα κι εγώ στη φυλακή» (Χατζηδουλής, σ. 122).
Από τα πιο αριστουργηματικά τραγούδια του Τσιτσάνη.
Translatum: Favourite Music and Lyrics – Βασίλης Τσιτσάνης, περίοδος 1936 – 1954
Βασίλης Τσιτσάνης, Απ’ τη μάνα μου διωγμένος
Με την Άντζελα Ορφανού από την τηλεοπτική σειρά Ονείρου Ελλάς του Κώστα Φέρρη
Απ’ τη μάνα μου διωγμένος
Κατοχικό ζεϊμπέκικο
Μουσική & στίχοι: Βασίλης Τσιτσάνης
Πρώτη φωνογράφηση: Μάιος 1948 [ODEON G.A. 7475]
Πρώτη εκτέλεση: Μάρκος Βαμβακάρης, Βασίλης Τσιτσάνης & Ελένη Λαμπίρη
Απ’ τη μάνα μου διωγμένος
κι απ’ αγάπη ορφανός,
έκανα τους δρόμους ζηλευτό παλάτι μου
και τους πάγκους μες στα πάρκα για κρεβάτι μου.
Σαν τη ρημαγμένη χώρα
μοιάζει η δόλια μου η καρδιά.
Κι αν οι ομορφιές μου όλες νεκρωθήκανε,
η ψυχή κι η αρχοντιά μου δεν χαθήκανε.
Απ’ τη μάνα μου διωγμένος
κι από σένα μακριά,
στη σκληρή μου αλητεία σκανδαλίζομαι,
μια ζωή καταστραμμένη συλλογίζομαι.
Είναι το πρώτο τραγούδι που έγραψε στην Κατοχή (περιοδικό Λαϊκό Τραγούδι, τ. 6, Ιανουάριος 2004, σελ. 50).
Οι δύο τελευταίοι στίχοι κάθε στροφής τραγουδιούνται δύο φορές (σχ. 1, 2, 3, 4 – 3, 4).
Στην άλλη πλευρά του δίσκου βρίσκεται το τραγούδι «Ζητήσατε τη γυναίκα (Σερσέ λα φαμ)».
[Πηγή για τους στίχους: Θεόφιλος Αναστασίου, ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ, Άπαντα, σ. 89, με τις ανάλογες διορθώσεις μετά από ακρόαση του τραγουδιού από ηχογράφηση στο πλαίσιο της ανθολόγησης των καλύτερων τραγουδιών του συνθέτη από την Παρέα του Τσιτσάνη]
Σημειώσεις του Ντίνου Χριστιανόπουλου στο βιβλίο του Τα τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη που γράφτηκαν στη Θεσσαλονίκη επί Γερμανικής Κατοχής (Εκδόσεις Μπιλιέτο, Παιανία), σελ. 80:
Το τραγούδι αυτό του Τσιτσάνη το θεωρώ ένα από τα ωραιότερα και υποβλητικότερα ρεμπέτικα. Κρίμα που δεν προσέχτηκε όσο έπρεπε.
Translatum: Favourite Music and Lyrics – Βασίλης Τσιτσάνης, περίοδος 1936 – 1954
Βασίλης Τσιτσάνης & Νίκος Ρούτσος – Τρέξε, μάγκα, να ρωτήσεις
Πολύ μεταγενέστερη εκτέλεση με τη Μαρινέλλα
Τρέξε, μάγκα, να ρωτήσεις (Ντερμπεντέρισσα)
Ζεϊμπέκικο της κατοχής στη Θεσσαλονίκη (κατά τον Τσιτσάνη, Χατζηδουλής, σ. 20)
Μουσική: Βασίλης Τσιτσάνης
Στίχοι: Νίκος Ρούτσος & Βασίλης Τσιτσάνης
Πρώτη φωνογράφηση: 1947 [ODEON G.A. 7399]
Πρώτη εκτέλεση: Μάρκος Βαμβακάρης, Στέλλα Χασκίλ & Βασίλης Τσιτσάνης
Τρέξε, μάγκα, να ρωτήσεις, να σου πουν ποια είμ’ εγώ.
Είμ’ εγώ γυναίκα φίνα, ντερμπεντέρισσα,
που τους άντρες σαν τα ζάρια τούς μπεγλέρισα.
Δε με συγκινούν αγάπες, φτάνει να καλοπερνώ,
κάθε βράδυ να τραβάω το ποτήρι μου
και να σφάζονται λεβέντες για χατίρι μου.
Πως θα γίνω εγώ δική σου πάψε να το συζητάς.
Δε γουστάρω τις παρόλες, σου ξηγήθηκα,
στις ταβέρνες και στα καμπαρέ γεννήθηκα.
Οι δύο τελευταίοι στίχοι κάθε στροφής τραγουδιούνται δύο φορές (σχ. 1, 2, 3 – 2, 3).
[Πηγή για τους στίχους: Θεόφιλος Αναστασίου, ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ, Άπαντα, σ. 112]
Σημειώσεις του Ντίνου Χριστιανόπουλου στο βιβλίο του Τα τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη που γράφτηκαν στη Θεσσαλονίκη επί Γερμανικής Κατοχής (Εκδόσεις Μπιλιέτο, Παιανία), σελ. 83-85:
Βίρβος (ό.π., σ. 122): «Έχω μια φωτοτυπία από την “Ντερμπεντέρισσα”, που του είχε δώσει [του Τσιτσάνη] ο Ρούτσος. Και η οποία, βέβαια, δεν έχει – εκτός από ένα δίστιχο – καμιά σχέση με την “Ντερμπεντέρισσα” που κυκλοφόρησε τελικά ο Τσιτσάνης».
Τελευταία, ο Πάνος Γεραμάνης, σε σημείωμά του στο περιοδικό «Πρόσωπα – 21ος αιώνας» (Αθ., αρ. 101, 10.2.2001, σ. 21), μας προσφέρει τη «Ντερμπεντέρισσα» του Ρούτσου, που ανέφερε στο βιβλίο του ο Βίρβος, μαζί με μια αποκαλυπτική συνέντευξη του Τσιτσάνη, που του είχε παραχωρήσει ο συνθέτης το 1980: «Γνώρισα τον Ρούτσο το 1947. Μου συστήθηκε σαν στιχουργός και μου ζήτησε να τον βοηθήσω. Τότε του έδωσα ένα δικό μου θέμα και το δίστιχο
Εγώ είμαι γυναίκα φίνα ντερμπεντέρισσα
και τους άντρες σαν τα ζάρια τους μπεγλέρισα.
Ύστερα από μήνες μού παρέδωσε το παρακάτω κείμενο, γραμμένο με τα ίδια του τα χέρια:
Είμ’ εγώ γυναίκα φίνα, ντερμπεντέρισσα,
που τους άντρες σαν τα ζάρια τους μπεγλέρισα.
Θηλυκό πολύ μυστήριο, μαγκιόρικο,
αλειτούργητο, σκληρόκαρδο και ζόρικο.
Δεν γουστάρω τις παρόλες και τα φούμαρα,
σε ταβέρνες και σε καμπαρέ τα φούμαρα.
Απ’ τους άντρες εχτιμώ τα πορτοφόλια τους
κι αν μου κάνουν καρμιριές, θα φαν τη φόλα τους.
Κάθε βράδυ να τραβάω το ποτήρι μου
και να σφάζονται λεβέντες για χατίρι μου.
Όλη μέρα να μου κάνετε τα γούστα μου
και τη νύχτα να κουρνιάζετε στη φούστα μου.
Πέρασαν πολλοί μήνες, μου είπε τότε ο Βασίλης Τσιτσάνης, αναζητώντας λέξεις και εντυπωσιακά ευρήματα – πράγμα που συνηθίζω – και, τελικά, αυτό το δίστιχο [εννοεί το δίστιχο του Ρούτσου: «Κάθε βράδυ να τραβάω το ποτήρι μου / και να σφάζονται λεβέντες για χατίρι μου»] το πάντρεψα μ’ ένα άλλο τραγούδι, που είχα γράψει στην κατοχή, το “Τρέξε, μάγκα, να ρωτήσεις”, για να γίνει μετά η θρυλική “Ντερμπεντέρισσα”, με δύο τίτλους. Τότε φυσικά ο Ρούτσος δεν ζήτησε αντάλλαγμα, αφού στο πρώτο τεστ που του έκανα ήταν αρνητικός. Το μόνο που έκανε ήταν να σπεύσει, σαν καλός νοικοκύρης, να κατοχυρώσει το τραγούδι, εν αγνοία μου, στην Εθνική Βιβλιοθήκη, μετά τη φωνογράφηση».
[...]
Επανέρχομαι στο τραγούδι. Το «Τρέξε, μάγκα, να ρωτήσεις» είναι ένα από τα πιο εντυπωσιακά και δυναμικά τραγούδια του Τσιτσάνη – μάγκικο μεταπολεμικού κλίματος – που δίκαια έγινε μεγάλη επιτυχία.
Translatum: Favourite Music and Lyrics – Βασίλης Τσιτσάνης, περίοδος 1936 – 1954
Βασίλης Τσιτσάνης, Αχάριστη
Δεύτερη εκτέλεση
Translatum: Favourite Music and Lyrics – Βασίλης Τσιτσάνης, περίοδος 1936 – 1954
Βασίλης Τσιτσάνης, Χατζή μπαξές
Πρώτη εκτέλεση
Χατζή μπαξές (γνωστό και ως Τα κούτσουρα του Δαλαμάγκα ή Μπαξέ Τσιφλίκι)
Χασαποσέρβικο του 1942
Μουσική & στίχοι: Βασίλης Τσιτσάνης
Πρώτη φωνογράφηση: 15 Ιουνίου του 1946 [COLUMBIA D.G. 6598]
Πρώτη εκτέλεση: Στράτος Παγιουμτζής & Βασίλης Τσιτσάνης
Πάμε τσάρκα πέρα στο Μπαξέ-Τσιφλίκι,
κούκλα μου γλυκιά απ’ τη Θεσσαλονίκη.
Στου Νικάκη τη βαρκούλα, γλυκιά μου Μαριγούλα,
να σου παίξω φίνο μπαγλαμά!
Πάμε τσάρκα πέρα στο Καραμπουρνάκι,
να τα πιούμε μια βραδιά στο Καλαμάκι,
κι από κει στο Μπεχτσινάρι, σε φίνο ακρογιάλι,
να σου παίξω φίνο μπαγλαμά!
Πάμε τσάρκα στην Ακρόπολη, στη Βάρνα,
κι από ’κει στα κούτσουρα, στου Δαλαμάγκα.
Μαριγώ, θα σε τρελάνει, ν’ ακούσεις τον Τσιτσάνη
να σου παίξει φίνο μπαγλαμά!
Σημειώσεις του Ντίνου Χριστιανόπουλου στο βιβλίο του Τα τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη που γράφτηκαν στη Θεσσαλονίκη επί Γερμανικής Κατοχής (Εκδόσεις Μπιλιέτο, Παιανία), σελ. 14-16:
Ένα από τα εκπληκτικότερα τραγούδια του Τσιτσάνη. Κατά τον Βίρβο, το σπουδαιότερό του. Με μεγάλη διάδοση. Αγαπήθηκε πολύ από το λαό.
Πότε γράφτηκε: Ο Τσιτσάνης (Χατζηδουλής, σ. 20) το αναφέρει πρώτο μεταξύ των τραγουδιών που έγραψε επί κατοχής. Και προσθέτει (σ. 21): «Όταν έγραψα το “Μπαξέ Τσιφλίκι” δούλευα στο μαγαζί του Δαλαμάγκα ακόμα∙ εκεί μέσα το συνέθεσα». Επειδή ο Τσιτσάνης το «ουζερί» του το άνοιξε περί τα μέσα του 1942 και μια σαιζόν αργότερα δούλεψε στου Δαλαμάγκα, λογαριάζω ότι το τραγούδι γράφτηκε στα τέλη του 1942 ή το φθινόπωρο της χρονιάς αυτής.
Και παρακάτω:
Τα πρόσωπα: Ο Νικάκης και η Μαριγούλα είναι φανταστικά πρόσωπα (Χατζηδουλής, σ. 132). Όσο για τον Δαλαμάγκα, που ο Τσιτσάνης τον κατέστησε μυθικό πρόσωπο στον κόσμο του ρεμπέτικου, υπήρξε επί κατοχής ιδιοκτήτης του υπαίθριου κέντρου «Τα Κούτσουρα», στην οδό Νικηφόρου Φωκά 10.
Translatum: Favourite Music and Lyrics – Βασίλης Τσιτσάνης, περίοδος 1936 – 1954
Βασίλης Τσιτσάνης, Της μαστούρας ο σκοπός
Πρώτη εκτέλεση
Της μαστούρας ο σκοπός (γνωστό και ως Τα πέριξ ή Όταν συμβεί στα πέριξ)
Ζεϊμπέκικο του 1942, από την κατοχική περίοδο στη Θεσσαλονίκη
Μουσική & στίχοι: Βασίλης Τσιτσάνης
Πρώτη φωνογράφηση: 15 Ιουνίου 1946 [COLUMBIA D.G. 6599]
Πρώτη εκτέλεση: Στράτος Παγιουμτζής & Στέλιος Κηρομύτης
Γιατί ρωτάτε να σας πω,
αφού σας είναι πια γνωστό!
Όταν συμβεί στα πέριξ φωτιές να καίνε,
πίνουν οι μάγκες αργιλέ.
Με τη σειρά μου θα τον πιω,
τώρα τις τσίλιες μου κρατώ.
Αυτοί τον πίνουνε κι εγώ σφυρίζω
της μαστούρας το σκοπό.
Τριγύρω όλοι στις φωτιές
και βόλτα φέρνει ο αργελές
μ’ ένα κελάηδημα, το ίδιο πάντα,
στης μαστούρας το σκοπό.
Οι δύο τελευταίοι στίχοι κάθε στροφής τραγουδιούνται δύο φορές (σχ. 1, 2, 3, 4 – 3, 4).
Στην άλλη πλευρά του δίσκου βρίσκεται το τραγούδι «Βάρκα γιαλό».
[Πηγή για τους στίχους: Θεόφιλος Αναστασίου, ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ, Άπαντα, σ. 101]
Σημειώσεις του Ντίνου Χριστιανόπουλου στο βιβλίο του Τα τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη που γράφτηκαν στη Θεσσαλονίκη επί Γερμανικής Κατοχής (Εκδόσεις Μπιλιέτο, Παιανία), σελ. 19-21:
Τσιτσάνης: «Ήταν αργά το βράδυ [διάβαζε: αργά το απόγευμα], χειμώνας του 1942, και καθόμουνα μέχρι την ώρα που απαγορευόταν η κυκλοφορία, στο καφενείο “Νέον”, που ήταν απέναντι στο Λευκό Πύργο. Ξαφνικά, μου ‘ρθαν στο μυαλό εικόνες από τότε που ήμουνα παιδάκι, μαθητής στα Τρίκαλα. Το σπίτι μου ήταν κοντά στις στρατώνες, επί της οδού Λαρίσης, όχι πάνω από 150 μέτρα απόσταση. Τ’ απογεύματα στην έξοδό τους οι βαρυποινίτες περνούσαν από μπροστά μου και τους έβλεπα. Γιατί οι στρατώνες ήταν γεμάτες όλο από βαρυποινίτες. Κι εγώ, 15-16 ετών παιδάκι, δεν είχα ησυχία, όλη μέρα με το μπουζούκι στα χέρια. Πήγαινα και τους έβλεπα από μακριά τι έκαναν. Και μου ‘λεγαν: “Έλα μια μέρα κοντά μας να μας δεις τι έχουμε και τι κάνουμε”. Μια μέρα πήγα κοντά εκεί που ήταν μαζεμένοι πίσω από τις στρατώνες, που ήταν όλο χωράφια. Και τους είδα όλους μαζεμένους τριγύρω από φωτιές, με τους λουλάδες και τα τέτοια. Οι εικόνες αυτές σφηνώθηκαν στο μυαλό μου. Ήμουν και παιδάκι. Αυτές οι εικόνες μού ήρθαν στο νου εκείνο το βράδυ στο “Νέον”. Και γράφω αμέσως τις λέξεις: “Όταν συμβεί στα πέριξ φωτιές να καίνε, πίνουν οι μάγκες αργιλέ”. Τίποτε άλλο δεν έγραψα, μόνο αυτό. Φωνάζω τον καταστηματάρχη, τον Ηλία τον Ευδαίμονα, και του λέω: “Τώρα συνέλαβα ένα τραγούδι, ένα δίστιχο, και πάω στο σπίτι να το φτιάξω. Αν δεν το φτιάξω”, του λέω, “δε θα ησυχάσω”. Πάω στο σπίτι έχοντας αυτές τις λίγες λέξεις μόνο. Και μ’ αυτές έβγαλα τη μουσική – αυτές τις είχα στην αρχή σαν ένα είδος ρεφρέν, σαν επωδό. Μετά έγραψα και τα υπόλοιπα λόγια, αρχίζοντας με τη φράση: “Γιατί ρωτάτε να σας πω / αφού σας είναι πια γνωστό”» (Χατζηδουλής, 1979, σ. 204-205).
Η μελωδία του πρώτου δίστιχου («Γιατί ρωτάτε να σας πω / αφού σας είναι πια γνωστό») χρησιμοποιήθηκε από τον Τσιτσάνη το 1947 και στο τραγούδι του «Θα μπλέξω μ’ άλλην και θα κλαις / γιατί μου κάνεις μπαμπεσιές», με μικρή αλλαγή στο μουσικό κλείσιμο των στίχων.
Ένα από τα μελωδικότερα τραγούδια του Τσιτσάνη. Τέλεια και πρωτότυπη σύνθεση. Παρά το θέμα του, γνώρισε μεγάλη επιτυχία και παραμένει αξεπέραστο.
Translatum: Favourite Music and Lyrics – Βασίλης Τσιτσάνης, περίοδος 1936 – 1954
Απόστολος Καλδάρας & Βασίλης Τσιτσάνης, Ο σιργιάνης
Πρώτη εκτέλεση
Ο σιργιάνης (Μάγκας βγήκε για σιργιάνι)
Ζεϊμπέκικο
Μουσική & στίχοι: Απόστολος Καλδάρας & Βασίλης Τσιτσάνης
Πρώτη φωνογράφηση: 1946
Πρώτη εκτέλεση: Μάρκος Βαμβακάρης & Βασίλης Τσιτσάνης
Μάγκας βγήκε για σιργιάνι,
για να βρει κάναν τεκέ,
είχε ο δόλιος να φουμάρει, μέρες αργιλέ,
μάγκας βγήκε για σιργιάνι, για κάναν τεκέ.
Μόνος κάθεται και λέει,
καμιά τζούρα πού θα βρει,
να γεμίσει το κεφάλι, να μαστουρωθεί,
μόνος κάθεται και λέει, τζούρα πού θα βρει.
Δεν τα θέλει τα παλάτια,
όλα τα περιφρονεί,
μια μελαχρινή τον φτάνει φίνος να γενεί
κι άλλη μια ξανθούλα θέλει να την παντρευτεί.
Είχε ο δόλιος να φουμάρει μέρες αργιλέ,
μάγκας βγήκε για σιργιάνι, για κάναν τεκέ.
Translatum: Favourite Music and Lyrics – Βασίλης Τσιτσάνης, περίοδος 1936 – 1954
