Ό,τι πολύ αγάπησα: ποίηση & μουσική
Μ’ αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ’ τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα…Αρχείο για Μαρινέλλα
Σπουδαίοι άνθρωποι (Κώστας Χατζής & Σώτια Τσώτου)
Σπουδαίοι άνθρωποι
Μουσική: Κώστας Χατζής
Στίχοι: Σώτια Τσώτου
Τραγούδι: Μαρινέλλα & Κώστας Χατζής
Δίσκος: Ρεσιτάλ (1976)
Σπουδαίοι άνθρωποι αλλά
η μοναξιά τους παγώνει
πηγαίνουνε στο σινεμά
για να μη νιώθουνε μόνοι
Μα εγώ έχω εσένα κι εσύ εμένα
κι είν’ η αγάπη μας χρυσό πουλί
μα εγώ έχω εσένα κι εσύ εμένα
δυο π’ αγαπιούνται είναι πολλοί
Θόρυβοι φώτα φωνές
και μες στα γέλια το χιόνι
τηλέφωνα συντροφιές
για να μη νιώθουνε μόνοι
Μα εγώ έχω εσένα κι εσύ εμένα
κι είν’ η αγάπη μας χρυσό πουλί
μα εγώ έχω εσένα κι εσύ εμένα
δυο π’ αγαπιούνται είναι πολλοί
Βασίλης Τσιτσάνης & Νίκος Ρούτσος – Τρέξε, μάγκα, να ρωτήσεις
Πολύ μεταγενέστερη εκτέλεση με τη Μαρινέλλα
Τρέξε, μάγκα, να ρωτήσεις (Ντερμπεντέρισσα)
Ζεϊμπέκικο της κατοχής στη Θεσσαλονίκη (κατά τον Τσιτσάνη, Χατζηδουλής, σ. 20)
Μουσική: Βασίλης Τσιτσάνης
Στίχοι: Νίκος Ρούτσος & Βασίλης Τσιτσάνης
Πρώτη φωνογράφηση: 1947 [ODEON G.A. 7399]
Πρώτη εκτέλεση: Μάρκος Βαμβακάρης, Στέλλα Χασκίλ & Βασίλης Τσιτσάνης
Τρέξε, μάγκα, να ρωτήσεις, να σου πουν ποια είμ’ εγώ.
Είμ’ εγώ γυναίκα φίνα, ντερμπεντέρισσα,
που τους άντρες σαν τα ζάρια τούς μπεγλέρισα.
Δε με συγκινούν αγάπες, φτάνει να καλοπερνώ,
κάθε βράδυ να τραβάω το ποτήρι μου
και να σφάζονται λεβέντες για χατίρι μου.
Πως θα γίνω εγώ δική σου πάψε να το συζητάς.
Δε γουστάρω τις παρόλες, σου ξηγήθηκα,
στις ταβέρνες και στα καμπαρέ γεννήθηκα.
Οι δύο τελευταίοι στίχοι κάθε στροφής τραγουδιούνται δύο φορές (σχ. 1, 2, 3 – 2, 3).
[Πηγή για τους στίχους: Θεόφιλος Αναστασίου, ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ, Άπαντα, σ. 112]
Σημειώσεις του Ντίνου Χριστιανόπουλου στο βιβλίο του Τα τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη που γράφτηκαν στη Θεσσαλονίκη επί Γερμανικής Κατοχής (Εκδόσεις Μπιλιέτο, Παιανία), σελ. 83-85:
Βίρβος (ό.π., σ. 122): «Έχω μια φωτοτυπία από την “Ντερμπεντέρισσα”, που του είχε δώσει [του Τσιτσάνη] ο Ρούτσος. Και η οποία, βέβαια, δεν έχει – εκτός από ένα δίστιχο – καμιά σχέση με την “Ντερμπεντέρισσα” που κυκλοφόρησε τελικά ο Τσιτσάνης».
Τελευταία, ο Πάνος Γεραμάνης, σε σημείωμά του στο περιοδικό «Πρόσωπα – 21ος αιώνας» (Αθ., αρ. 101, 10.2.2001, σ. 21), μας προσφέρει τη «Ντερμπεντέρισσα» του Ρούτσου, που ανέφερε στο βιβλίο του ο Βίρβος, μαζί με μια αποκαλυπτική συνέντευξη του Τσιτσάνη, που του είχε παραχωρήσει ο συνθέτης το 1980: «Γνώρισα τον Ρούτσο το 1947. Μου συστήθηκε σαν στιχουργός και μου ζήτησε να τον βοηθήσω. Τότε του έδωσα ένα δικό μου θέμα και το δίστιχο
Εγώ είμαι γυναίκα φίνα ντερμπεντέρισσα
και τους άντρες σαν τα ζάρια τους μπεγλέρισα.
Ύστερα από μήνες μού παρέδωσε το παρακάτω κείμενο, γραμμένο με τα ίδια του τα χέρια:
Είμ’ εγώ γυναίκα φίνα, ντερμπεντέρισσα,
που τους άντρες σαν τα ζάρια τους μπεγλέρισα.
Θηλυκό πολύ μυστήριο, μαγκιόρικο,
αλειτούργητο, σκληρόκαρδο και ζόρικο.
Δεν γουστάρω τις παρόλες και τα φούμαρα,
σε ταβέρνες και σε καμπαρέ τα φούμαρα.
Απ’ τους άντρες εχτιμώ τα πορτοφόλια τους
κι αν μου κάνουν καρμιριές, θα φαν τη φόλα τους.
Κάθε βράδυ να τραβάω το ποτήρι μου
και να σφάζονται λεβέντες για χατίρι μου.
Όλη μέρα να μου κάνετε τα γούστα μου
και τη νύχτα να κουρνιάζετε στη φούστα μου.
Πέρασαν πολλοί μήνες, μου είπε τότε ο Βασίλης Τσιτσάνης, αναζητώντας λέξεις και εντυπωσιακά ευρήματα – πράγμα που συνηθίζω – και, τελικά, αυτό το δίστιχο [εννοεί το δίστιχο του Ρούτσου: «Κάθε βράδυ να τραβάω το ποτήρι μου / και να σφάζονται λεβέντες για χατίρι μου»] το πάντρεψα μ’ ένα άλλο τραγούδι, που είχα γράψει στην κατοχή, το “Τρέξε, μάγκα, να ρωτήσεις”, για να γίνει μετά η θρυλική “Ντερμπεντέρισσα”, με δύο τίτλους. Τότε φυσικά ο Ρούτσος δεν ζήτησε αντάλλαγμα, αφού στο πρώτο τεστ που του έκανα ήταν αρνητικός. Το μόνο που έκανε ήταν να σπεύσει, σαν καλός νοικοκύρης, να κατοχυρώσει το τραγούδι, εν αγνοία μου, στην Εθνική Βιβλιοθήκη, μετά τη φωνογράφηση».
[...]
Επανέρχομαι στο τραγούδι. Το «Τρέξε, μάγκα, να ρωτήσεις» είναι ένα από τα πιο εντυπωσιακά και δυναμικά τραγούδια του Τσιτσάνη – μάγκικο μεταπολεμικού κλίματος – που δίκαια έγινε μεγάλη επιτυχία.
Translatum: Favourite Music and Lyrics – Βασίλης Τσιτσάνης, περίοδος 1936 – 1954
Κώστας Παπαδόπουλος, Λάκης Καρνέζης & Κώστας Μάνεσης, Για μια καλύτερη ζωή
Για μια καλύτερη ζωή
Μουσική: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Στίχοι: Κώστας Μάνεσης
Πρώτη εκτέλεση: Στέλιος Καζαντζίδης & Μαρινέλλα (1961)
Για μια καλύτερη ζωή
παλεύουμε σ’ αυτή τη γη
Όσο κι αν είμαστε φτωχοί
και μαύρες ώρες ζούμε
τραβάμε μπρος με τη δουλειά
σαν τα χαρούμενα πουλιά
μια προκοπή να βρούμε
Για μια καλύτερη ζωή
παλεύουμε σ’ αυτή τη γη
παλεύουμε σ’ αυτή τη γη
για μια καλύτερη ζωή
Η μοίρα κι αν μας τυραννά
και σ’ άλλους σπίτια χτίζει
να ‘ναι τα μπράτσα μας καλά
κι ο ήλιος που χαμογελά
χρυσάφι μάς γεμίζει
Για μια καλύτερη ζωή
παλεύουμε σ’ αυτή τη γη
παλεύουμε σ’ αυτή τη γη
για μια καλύτερη ζωή
Το μεροκάματο μικρό
να ζήσει η φαμελιά μας
μοίρα καλή μοίρα κακή
το σπίτι μας σαν φυλακή
μα βράχος η καρδιά μας
Για μια καλύτερη ζωή
παλεύουμε σ’ αυτή τη γη
παλεύουμε σ’ αυτή τη γη
για μια καλύτερη ζωή
Αφιερωμένο το τραγούδι στον Διάττοντα! Για τον εξευγενισμό, τον εξαγνισμό, την καθαγίαση που ανέφερε νωρίτερα στο σχόλιό του για σόλο του Κώστα Παπαδόπουλου στο συγκεκριμένο τραγούδι. Για την κάθαρση, συμπληρώνω εγώ. Για την αναγνώριση της αξίας των εργατών της τέχνης (όπως ο Κωστάκης και ο Λάκης τού λαϊκού μας τραγουδιού). Τελικά, για μια καλύτερη ζωή…
Κάνω μια εξαίρεση και ρίχνω σφήνα στα σόλο του Κώστα Παπαδόπουλου ένα τραγούδι.
Γιατί είναι δικό του και του Λάκη Καρνέζη.
Γιατί το ηχογράφησαν τη χρονιά που γεννήθηκα (λέτε να το ‘ξεραν;)
Γιατί μου αρέσουν οι στίχοι τού Κώστα Μάνεση κι ο καημός του απλού Ρωμιού που εκφράζουν.
Γιατί μου αρέσει ο τρόπος που το τραγουδάνε ο Στέλιος Καζαντζίδης και η Μαρινέλλα.
Γιατί η μελωδία του άρεσε πολύ στον Διάττοντα.
Γιατί κάποτε οι εταιρείες δεν ήθελαν συνθέτες τον Παπαδόπουλο και τον Καρνέζη. Χαλούσαν την πιάτσα αν έπαυαν να ήταν απλοί παίχτες. Και δεν τους βοήθησαν. Απλώς τους άφησαν να ηχογραφήσουν μερικά δικά τους τραγούδια για να τους φύγει ο καημός.
Θα τ’ ακούσουμε σ’ αυτό το ιστολόγιο – δεν θα παραλείψουμε ούτε ένα. Άλλωστε, είναι τόσο λίγα – περίπου 50. Αλλά, και περισσότερα να ήταν, για μένα είναι χρέος τιμής και συνείδησης να τα θυμηθούμε. Και στην τιμή και τη συνείδησή μας κομμένα τα παζάρια και τα σκόντα.
Η πρώτη πρώτη δημοσίευσή μου ήταν το «Κοκκινιά 1955» του Κώστα Παπαδόπουλου. Ένα τραγούδι εξίσου σημαντικό με το «Ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας» του Λοΐζου, αλλά σαφώς λιγότερο γνωστό και σχεδόν καθόλου προβεβλημένο. Αυτές ήταν οι αδικίες περίεργων καιρών. Δυστυχώς, τα περίεργα συνεχίζονται στις μέρες μας κι ας ροκανίσαμε ήδη την πρώτη δεκαετία ενός νέου αιώνα και μιας νέας χιλιετίας.
Καλή μας ακρόαση, λοιπόν! Και καλή μας χρονιά! Φέτος, αξίζει ν’ ακούσουμε πολλά, να διαβάσουμε πολλά, να κάνουμε πολλά, να νιώσουμε πολλά – για μια καλύτερη ζωή!
