Ό,τι πολύ αγάπησα: ποίηση & μουσική

Μ’ αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ’ τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα…

Αρχείο για Χατζηδουλής Κώστας

Βασίλης Τσιτσάνης, Η Σεράχ

Πρώτη εκτέλεση

Η Σεράχ

Οριεντάλ (ανατολίτικο) του 1946 (Χατζηδουλής, σ.110)
Μουσική & στίχοι: Βασίλης Τσιτσάνης
Πρώτη φωνογράφηση: 1 Σεπτεμβρίου 1951 [H.M.V. A.0.5009]
Πρώτη εκτέλεση: Μαρίκα Νίνου

Πίσω στα πυκνά τα καφάσια
σαν τη δαιμονισμένη γυρνά,
χρόνια το γλυκό παλικάρι
περιμένει τη Σεράχ κι αγρυπνά.

Αστράφτει το σπαθί του καβαλάρη σαν τη φωτιά,
τα σίδερα λυγίζουν και σπαράζονται τα κορμιά,
κι αρπάζει τη Σεράχ,
κι όλες λεν: Αλλάχ, Αλλάχ!
Εγκιουλέ – ολσού!

Κλαίνε στα χαρέμια οι σκλάβες,
τρέμουν την οργή του πασά,
κλαίνε στο σαράι οι αγάδες,
ποθούσαν της Σεράχ την ομορφιά.

Στην άλλη πλευρά του δίσκου βρίσκεται το τραγούδι «Αντιλαλούνε τα βουνά» με τους Μαρίκα Νίνου, Πρόδρομο Τσαουσάκη, Σπύρο Ευσταθίου.

[Πηγή: Θεόφιλος Αναστασίου, ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ, Άπαντα, σ. 196]

Σημειώσεις του Ντίνου Χριστιανόπουλου στο βιβλίο του Τα τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη που γράφτηκαν στη Θεσσαλονίκη επί Γερμανικής Κατοχής (Εκδόσεις Μπιλιέτο, Παιανία), σελ. 107:

«Γκιουλέ ολσούν» στα τούρκικα σημαίνει «να γίνει» (Χατζηδουλής, σ. 110).
«Καφάσια λέγανε τα μπακλαβαδίστικα πλέγματα που είχανε οι Τούρκοι στα παράθυρα των γυναικείων διαμερισμάτων∙ συνεπώς ο Τσιτσάνης έπρεπε να πει «πίσω από τα καφάσια» (Πετρόπουλος, σ. 174).
Ίσως η «Σεράχ» να είναι το τελευταίο τραγούδι που έγραψε ο Τσιτσάνης στη Θεσσαλονίκη, αν δεν είναι από τα πρώτα της Αθήνας.

Translatum: Favourite Music and LyricsΒασίλης Τσιτσάνης, περίοδος 1936 – 1954

Βασίλης Τσιτσάνης, Για τα μάτια π’ αγαπώ

Πρώτη εκτέλεση

Για τα μάτια π’ αγαπώ
(γνωστό και ως Εγώ πληρώνω τα μάτια π’ αγαπώ ή Ξημερώνει και βραδιάζει)

Χασαποσέρβικο (γράφτηκε επί κατοχής στο «ουζερί Τσιτσάνη» (Χατζηδουλής, σ. 122))
Μουσική & στίχοι: Βασίλης Τσιτσάνης
Πρώτες φωνογραφήσεις:
α) Οκτώβρης του 1949 [COLUMBIA D.G. 6786]
Ερμηνεία: Μαρίκα Νίνου, Πρόδρομος Τσαουσάκης & Βασίλης Τσιτσάνης
β) 1949 [ODEON G.A. 7509]
Ερμηνεία: Στέλλα Χασκίλ, Βασίλης Τσιτσάνης & Μάρκος Βαμβακάρης

Ξημερώνει και βραδιάζει
πάντα στον ίδιο το σκοπό,
φέρτε μου να πιω το ακριβότερο πιοτό, εγώ πληρώνω
τα μάτια π’ αγαπώ.

Κι όταν βλέπεις ταβερνιάρη
να σπάω, να παραμιλώ,
μη με κατακρίνεις, μη με παίρνεις για τρελό, εγώ πληρώνω
τα μάτια π’ αγαπώ.

Η καρδιά μου συννεφιάζει
τρέχουν τα δάκρυα βροχή,
σίγουρα θα πάμε, μια και φτάσαμε ως εκεί, εσύ στο χώμα
κι εγώ στη φυλακή.

Σημειώσεις του Ντίνου Χριστιανόπουλου στο βιβλίο του Τα τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη που γράφτηκαν στη Θεσσαλονίκη επί Γερμανικής Κατοχής (Εκδόσεις Μπιλιέτο, Παιανία), σελ. 91-92:

Ο στίχος «εσύ στο χώμα κι εγώ μες στο Γεντί» έγινε από τη λογοκρισία «εσύ στο χώμα κι εγώ στη φυλακή» (Χατζηδουλής, σ. 122).

Από τα πιο αριστουργηματικά τραγούδια του Τσιτσάνη.

Translatum: Favourite Music and LyricsΒασίλης Τσιτσάνης, περίοδος 1936 – 1954

Βασίλης Τσιτσάνης & Νίκος Ρούτσος – Τρέξε, μάγκα, να ρωτήσεις

Πολύ μεταγενέστερη εκτέλεση με τη Μαρινέλλα

Τρέξε, μάγκα, να ρωτήσεις (Ντερμπεντέρισσα)

Ζεϊμπέκικο της κατοχής στη Θεσσαλονίκη (κατά τον Τσιτσάνη, Χατζηδουλής, σ. 20)
Μουσική: Βασίλης Τσιτσάνης
Στίχοι: Νίκος Ρούτσος & Βασίλης Τσιτσάνης
Πρώτη φωνογράφηση: 1947 [ODEON G.A. 7399]
Πρώτη εκτέλεση: Μάρκος Βαμβακάρης, Στέλλα Χασκίλ & Βασίλης Τσιτσάνης

Τρέξε, μάγκα, να ρωτήσεις, να σου πουν ποια είμ’ εγώ.
Είμ’ εγώ γυναίκα φίνα, ντερμπεντέρισσα,
που τους άντρες σαν τα ζάρια τούς μπεγλέρισα.

Δε με συγκινούν αγάπες, φτάνει να καλοπερνώ,
κάθε βράδυ να τραβάω το ποτήρι μου
και να σφάζονται λεβέντες για χατίρι μου.

Πως θα γίνω εγώ δική σου πάψε να το συζητάς.
Δε γουστάρω τις παρόλες, σου ξηγήθηκα,
στις ταβέρνες και στα καμπαρέ γεννήθηκα.

Οι δύο τελευταίοι στίχοι κάθε στροφής τραγουδιούνται δύο φορές (σχ. 1, 2, 3 – 2, 3).

[Πηγή για τους στίχους: Θεόφιλος Αναστασίου, ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ, Άπαντα, σ. 112]

Σημειώσεις του Ντίνου Χριστιανόπουλου στο βιβλίο του Τα τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη που γράφτηκαν στη Θεσσαλονίκη επί Γερμανικής Κατοχής (Εκδόσεις Μπιλιέτο, Παιανία), σελ. 83-85:

Βίρβος (ό.π., σ. 122): «Έχω μια φωτοτυπία από την “Ντερμπεντέρισσα”, που του είχε δώσει [του Τσιτσάνη] ο Ρούτσος. Και η οποία, βέβαια, δεν έχει – εκτός από ένα δίστιχο – καμιά σχέση με την “Ντερμπεντέρισσα” που κυκλοφόρησε τελικά ο Τσιτσάνης».

Τελευταία, ο Πάνος Γεραμάνης, σε σημείωμά του στο περιοδικό «Πρόσωπα – 21ος αιώνας» (Αθ., αρ. 101, 10.2.2001, σ. 21), μας προσφέρει τη «Ντερμπεντέρισσα» του Ρούτσου, που ανέφερε στο βιβλίο του ο Βίρβος, μαζί με μια αποκαλυπτική συνέντευξη του Τσιτσάνη, που του είχε παραχωρήσει ο συνθέτης το 1980: «Γνώρισα τον Ρούτσο το 1947. Μου συστήθηκε σαν στιχουργός και μου ζήτησε να τον βοηθήσω. Τότε του έδωσα ένα δικό μου θέμα και το δίστιχο

Εγώ είμαι γυναίκα φίνα ντερμπεντέρισσα
και τους άντρες σαν τα ζάρια τους μπεγλέρισα.

Ύστερα από μήνες μού παρέδωσε το παρακάτω κείμενο, γραμμένο με τα ίδια του τα χέρια:

Είμ’ εγώ γυναίκα φίνα, ντερμπεντέρισσα,
που τους άντρες σαν τα ζάρια τους μπεγλέρισα.
Θηλυκό πολύ μυστήριο, μαγκιόρικο,
αλειτούργητο, σκληρόκαρδο και ζόρικο.

Δεν γουστάρω τις παρόλες και τα φούμαρα,
σε ταβέρνες και σε καμπαρέ τα φούμαρα.
Απ’ τους άντρες εχτιμώ τα πορτοφόλια τους
κι αν μου κάνουν καρμιριές, θα φαν τη φόλα τους.

Κάθε βράδυ να τραβάω το ποτήρι μου
και να σφάζονται λεβέντες για χατίρι μου.
Όλη μέρα να μου κάνετε τα γούστα μου
και τη νύχτα να κουρνιάζετε στη φούστα μου.

Πέρασαν πολλοί μήνες, μου είπε τότε ο Βασίλης Τσιτσάνης, αναζητώντας λέξεις και εντυπωσιακά ευρήματα – πράγμα που συνηθίζω – και, τελικά, αυτό το δίστιχο [εννοεί το δίστιχο του Ρούτσου: «Κάθε βράδυ να τραβάω το ποτήρι μου / και να σφάζονται λεβέντες για χατίρι μου»] το πάντρεψα μ’ ένα άλλο τραγούδι, που είχα γράψει στην κατοχή, το “Τρέξε, μάγκα, να ρωτήσεις”, για να γίνει μετά η θρυλική “Ντερμπεντέρισσα”, με δύο τίτλους. Τότε φυσικά ο Ρούτσος δεν ζήτησε αντάλλαγμα, αφού στο πρώτο τεστ που του έκανα ήταν αρνητικός. Το μόνο που έκανε ήταν να σπεύσει, σαν καλός νοικοκύρης, να κατοχυρώσει το τραγούδι, εν αγνοία μου, στην Εθνική Βιβλιοθήκη, μετά τη φωνογράφηση».

[...]
Επανέρχομαι στο τραγούδι. Το «Τρέξε, μάγκα, να ρωτήσεις» είναι ένα από τα πιο εντυπωσιακά και δυναμικά τραγούδια του Τσιτσάνη – μάγκικο μεταπολεμικού κλίματος – που δίκαια έγινε μεγάλη επιτυχία.

Translatum: Favourite Music and LyricsΒασίλης Τσιτσάνης, περίοδος 1936 – 1954

Βασίλης Τσιτσάνης, Αχάριστη

Δεύτερη εκτέλεση

Translatum: Favourite Music and LyricsΒασίλης Τσιτσάνης, περίοδος 1936 – 1954

Βασίλης Τσιτσάνης, Χατζή μπαξές

Πρώτη εκτέλεση

Χατζή μπαξές (γνωστό και ως Τα κούτσουρα του Δαλαμάγκα ή Μπαξέ Τσιφλίκι)

Χασαποσέρβικο του 1942
Μουσική & στίχοι: Βασίλης Τσιτσάνης
Πρώτη φωνογράφηση: 15 Ιουνίου του 1946 [COLUMBIA D.G. 6598]
Πρώτη εκτέλεση: Στράτος Παγιουμτζής & Βασίλης Τσιτσάνης

Πάμε τσάρκα πέρα στο Μπαξέ-Τσιφλίκι,
κούκλα μου γλυκιά απ’ τη Θεσσαλονίκη.
Στου Νικάκη τη βαρκούλα, γλυκιά μου Μαριγούλα,
να σου παίξω φίνο μπαγλαμά!

Πάμε τσάρκα πέρα στο Καραμπουρνάκι,
να τα πιούμε μια βραδιά στο Καλαμάκι,
κι από κει στο Μπεχτσινάρι, σε φίνο ακρογιάλι,
να σου παίξω φίνο μπαγλαμά!

Πάμε τσάρκα στην Ακρόπολη, στη Βάρνα,
κι από ’κει στα κούτσουρα, στου Δαλαμάγκα.
Μαριγώ, θα σε τρελάνει, ν’ ακούσεις τον Τσιτσάνη
να σου παίξει φίνο μπαγλαμά!

Σημειώσεις του Ντίνου Χριστιανόπουλου στο βιβλίο του Τα τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη που γράφτηκαν στη Θεσσαλονίκη επί Γερμανικής Κατοχής (Εκδόσεις Μπιλιέτο, Παιανία), σελ. 14-16:

Ένα από τα εκπληκτικότερα τραγούδια του Τσιτσάνη. Κατά τον Βίρβο, το σπουδαιότερό του. Με μεγάλη διάδοση. Αγαπήθηκε πολύ από το λαό.

Πότε γράφτηκε: Ο Τσιτσάνης (Χατζηδουλής, σ. 20) το αναφέρει πρώτο μεταξύ των τραγουδιών που έγραψε επί κατοχής. Και προσθέτει (σ. 21): «Όταν έγραψα το “Μπαξέ Τσιφλίκι” δούλευα στο μαγαζί του Δαλαμάγκα ακόμα∙ εκεί μέσα το συνέθεσα». Επειδή ο Τσιτσάνης το «ουζερί» του το άνοιξε περί τα μέσα του 1942 και μια σαιζόν αργότερα δούλεψε στου Δαλαμάγκα, λογαριάζω ότι το τραγούδι γράφτηκε στα τέλη του 1942 ή το φθινόπωρο της χρονιάς αυτής.

Και παρακάτω:
Τα πρόσωπα: Ο Νικάκης και η Μαριγούλα είναι φανταστικά πρόσωπα (Χατζηδουλής, σ. 132). Όσο για τον Δαλαμάγκα, που ο Τσιτσάνης τον κατέστησε μυθικό πρόσωπο στον κόσμο του ρεμπέτικου, υπήρξε επί κατοχής ιδιοκτήτης του υπαίθριου κέντρου «Τα Κούτσουρα», στην οδό Νικηφόρου Φωκά 10.

Translatum: Favourite Music and LyricsΒασίλης Τσιτσάνης, περίοδος 1936 – 1954

Βασίλης Τσιτσάνης, Της μαστούρας ο σκοπός

Πρώτη εκτέλεση

Της μαστούρας ο σκοπός (γνωστό και ως Τα πέριξ ή Όταν συμβεί στα πέριξ)

Ζεϊμπέκικο του 1942, από την κατοχική περίοδο στη Θεσσαλονίκη
Μουσική & στίχοι: Βασίλης Τσιτσάνης
Πρώτη φωνογράφηση: 15 Ιουνίου 1946 [COLUMBIA D.G. 6599]
Πρώτη εκτέλεση: Στράτος Παγιουμτζής & Στέλιος Κηρομύτης

Γιατί ρωτάτε να σας πω,
αφού σας είναι πια γνωστό!
Όταν συμβεί στα πέριξ φωτιές να καίνε,
πίνουν οι μάγκες αργιλέ.

Με τη σειρά μου θα τον πιω,
τώρα τις τσίλιες μου κρατώ.
Αυτοί τον πίνουνε κι εγώ σφυρίζω
της μαστούρας το σκοπό.

Τριγύρω όλοι στις φωτιές
και βόλτα φέρνει ο αργελές
μ’ ένα κελάηδημα, το ίδιο πάντα,
στης μαστούρας το σκοπό.

Οι δύο τελευταίοι στίχοι κάθε στροφής τραγουδιούνται δύο φορές (σχ. 1, 2, 3, 4 – 3, 4).
Στην άλλη πλευρά του δίσκου βρίσκεται το τραγούδι «Βάρκα γιαλό».

[Πηγή για τους στίχους: Θεόφιλος Αναστασίου, ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ, Άπαντα, σ. 101]

Σημειώσεις του Ντίνου Χριστιανόπουλου στο βιβλίο του Τα τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη που γράφτηκαν στη Θεσσαλονίκη επί Γερμανικής Κατοχής (Εκδόσεις Μπιλιέτο, Παιανία), σελ. 19-21:

Τσιτσάνης: «Ήταν αργά το βράδυ [διάβαζε: αργά το απόγευμα], χειμώνας του 1942, και καθόμουνα μέχρι την ώρα που απαγορευόταν η κυκλοφορία, στο καφενείο “Νέον”, που ήταν απέναντι στο Λευκό Πύργο. Ξαφνικά, μου ‘ρθαν στο μυαλό εικόνες από τότε που ήμουνα παιδάκι, μαθητής στα Τρίκαλα. Το σπίτι μου ήταν κοντά στις στρατώνες, επί της οδού Λαρίσης, όχι πάνω από 150 μέτρα απόσταση. Τ’ απογεύματα στην έξοδό τους οι βαρυποινίτες περνούσαν από μπροστά μου και τους έβλεπα. Γιατί οι στρατώνες ήταν γεμάτες όλο από βαρυποινίτες. Κι εγώ, 15-16 ετών παιδάκι, δεν είχα ησυχία, όλη μέρα με το μπουζούκι στα χέρια. Πήγαινα και τους έβλεπα από μακριά τι έκαναν. Και μου ‘λεγαν: “Έλα μια μέρα κοντά μας να μας δεις τι έχουμε και τι κάνουμε”. Μια μέρα πήγα κοντά εκεί που ήταν μαζεμένοι πίσω από τις στρατώνες, που ήταν όλο χωράφια. Και τους είδα όλους μαζεμένους τριγύρω από φωτιές, με τους λουλάδες και τα τέτοια. Οι εικόνες αυτές σφηνώθηκαν στο μυαλό μου. Ήμουν και παιδάκι. Αυτές οι εικόνες μού ήρθαν στο νου εκείνο το βράδυ στο “Νέον”. Και γράφω αμέσως τις λέξεις: “Όταν συμβεί στα πέριξ φωτιές να καίνε, πίνουν οι μάγκες αργιλέ”. Τίποτε άλλο δεν έγραψα, μόνο αυτό. Φωνάζω τον καταστηματάρχη, τον Ηλία τον Ευδαίμονα, και του λέω: “Τώρα συνέλαβα ένα τραγούδι, ένα δίστιχο, και πάω στο σπίτι να το φτιάξω. Αν δεν το φτιάξω”, του λέω, “δε θα ησυχάσω”. Πάω στο σπίτι έχοντας αυτές τις λίγες λέξεις μόνο. Και μ’ αυτές έβγαλα τη μουσική – αυτές τις είχα στην αρχή σαν ένα είδος ρεφρέν, σαν επωδό. Μετά έγραψα και τα υπόλοιπα λόγια, αρχίζοντας με τη φράση: “Γιατί ρωτάτε να σας πω / αφού σας είναι πια γνωστό”» (Χατζηδουλής, 1979, σ. 204-205).

Η μελωδία του πρώτου δίστιχου («Γιατί ρωτάτε να σας πω / αφού σας είναι πια γνωστό») χρησιμοποιήθηκε από τον Τσιτσάνη το 1947 και στο τραγούδι του «Θα μπλέξω μ’ άλλην και θα κλαις / γιατί μου κάνεις μπαμπεσιές», με μικρή αλλαγή στο μουσικό κλείσιμο των στίχων.

Ένα από τα μελωδικότερα τραγούδια του Τσιτσάνη. Τέλεια και πρωτότυπη σύνθεση. Παρά το θέμα του, γνώρισε μεγάλη επιτυχία και παραμένει αξεπέραστο.

Translatum: Favourite Music and LyricsΒασίλης Τσιτσάνης, περίοδος 1936 – 1954

Βασίλης Τσιτσάνης, Κάτσε ν’ ακούσεις μια πενιά

Δεύτερη εκτέλεση: Πρόδρομος Τσαουσάκης, Βασίλης Τσιτσάνης & Μάρκος Βαμβακάρης

Κάτσε ν’ ακούσεις μια πενιά (γνωστό και ως Ο Χρήστος)

Ζεϊμπέκικο του 1945 (Χατζηδουλής, σ. 212)
Μουσική & στίχοι: Βασίλης Τσιτσάνης
Πρώτη φωνογράφηση:
α) 1946 [H.M.V. A.0.2727] – εκτέλεση: Στράτος Παγιουμτζής / μπουζούκι: Μανώλης Χιώτης
&
β) 1946 [Odeon, GA 7351] – εκτέλεση: Πρόδρομος Τσαουσάκης, Βασίλης Τσιτσάνης & Μάρκος Βαμβακάρης

Κάτσε ν’ ακούσεις μια πενιά,
πιες κι ένα ποτηράκι,
κι αν θες ζεϊμπέκικο γλυκό,
περίμενε λιγάκι.

Πάρε σειρά γιατί μπορεί
ίσως να μην προκάνεις,
μη μας συμβεί το σοβαρό
και τη σειρά σου χάνεις.

Κι αν δεν σ’ αρέσουν όλ’ αυτά
που σου ‘χα πει πρωτίστως,
το ζεϊμπεκάκι είν’ έτοιμο,
έχει το λόγο ο Χρήστος.

Σημειώσεις του Ντίνου Χριστιανόπουλου στο βιβλίο του Τα τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη που γράφτηκαν στη Θεσσαλονίκη επί Γερμανικής Κατοχής (Εκδόσεις Μπιλιέτο, Παιανία), σελ. 101-102:

Σε όλες τις εκτελέσεις έγιναν αλλαγές στίχων εξαιτίας της λογοκρισίας: το «κι αν θες να πιεις και αργιλέ» έγινε «κι αν θες ζεϊμπέκικο γλυκό»το «σε βλέπω, είσαι χαρμάνης» έγινε «και τη σειρά σου χάνεις»∙ το «ο αργιλές είναι έτοιμος», έγινε «το ζεϊμπεκάκι είν’ έτοιμο» (Χατζηδουλής, σ. 212). Όλες οι αλλαγές που επέφερε ο ίδιος ο Τσιτσάνης – «έκανα το λάθος να το διασκευάσω», ομολογεί σε μια άλλη ανάλογη περίπτωση: βλ. Χατζηδουλής, σ. 217 – κατέστρεψαν το αδρό και ρεαλιστικό αρχικό κείμενο. Είναι λυπηρό ότι και τώρα ακόμη το τραγούδι εξακολουθεί να τραγουδιέται διασκευασμένο.

Θαυμάσιο ζεϊμπέκικο του Τσιτσάνη.

Translatum: Favourite Music and LyricsΒασίλης Τσιτσάνης, περίοδος 1936 – 1954

Βασίλης Τσιτσάνης, Δε με στεφανώνεσαι

Δεύτερη εκτέλεση

Δε με στεφανώνεσαι

Χασαποσέρβικο (γράφτηκε επί κατοχής [Τσιτσάνης, Χατζηδουλής, σ. 20])
Μουσική & στίχοι: Βασίλης Τσιτσάνης
Πρώτη φωνογράφηση: Αύγουστος 1946 [H.M.V. A.0.2704]
Πρώτη εκτέλεση: Ιωάννα Γεωργακοπούλου & Στελλάκης Περπινιάδης

Τι σε μέλλει εσένα κι αν γυρνώ,
το κορμί μ’ ακόμα κι αν πουλώ;
Πέντε χρόνια συ με τυραννάς,
δε με στεφανώνεις, με γελάς.

Μια γυναίκα πες πως πέρασε,
χάδια και φιλιά σε κέρασε.
Κάποια μέρα θα με θυμηθείς,
όταν στη ζωή θα κουραστείς.

Κάποιος άλλος θα με παντρευτεί,
η καρδούλα σου θα ματωθεί.
Τότε πλέον μόνος θα γυρνάς,
στο μεθύσι εμένα θα ζητάς.

Οι δύο τελευταίοι στίχοι κάθε στροφής τραγουδιούνται δύο φορές (σχ. 1, 2, 3, 4 – 3, 4).
Στην άλλη πλευρά του δίσκου βρίσκεται το τραγούδι «Ο σεργιάνης (Μάγκας βγήκε για σιργιάνι)» του Καλδάρα.

[Πηγή: Θεόφιλος Αναστασίου, ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ, Άπαντα, σ. 106]

Σημειώσεις του Ντίνου Χριστιανόπουλου στο βιβλίο του Τα τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη που γράφτηκαν στη Θεσσαλονίκη επί Γερμανικής Κατοχής (Εκδόσεις Μπιλιέτο, Παιανία), σελ. 54:

Από τα ωραιότερα τραγούδια του Τσιτσάνη, δεν προσέχτηκε όσο έπρεπε.

Translatum: Favourite Music and LyricsΒασίλης Τσιτσάνης, περίοδος 1936 – 1954

Βασίλης Τσιτσάνης, Βάρκα-γιαλό

Πρώτη εκτέλεση

Βάρκα-γιαλό

Χασαποσέρβικο (στον δίσκο χαρακτηρίζεται αλλέγκρο) της κατοχής (Τσιτσάνης, Χατζηδουλής, σ. 20 και 131)
Μουσική & στίχοι: Βασίλης Τσιτσάνης
Πρώτη φωνογράφηση:
α) 15 Ιουνίου 1946 [COLUMBIA D.G. 6599] με τον Στράτο Παγιουμτζή & τον Βασίλη Τσιτσάνη
&
β) 1946 [ODEON G.A. 7343] με τον Γιάννη Παπαϊωάννου, τον Μάρκο Βαμβακάρη & τον Οδυσσέα Μοσχονά

Έμαθα, κυρά, πως έχεις
βάρκα-γιαλό.
Έμαθα, κυρά, πως έχεις
ψαροπούλα και ψαρεύεις,
ζουμ τριαλαριλαρό,
βάρκα-γιαλό!

Θα ‘ρθω να σου τη γυρέψω,
βάρκα-γιαλό.
Θα ‘ρθω να σου τη γυρέψω
και θα πάω να ψαρέψω,
ζουμ τριαλαριλαρό,
βάρκα-γιαλό!

Ρίχνω το γυαλί στον πάτο,
βάρκα-γιαλό.
Ρίχνω το γυαλί στον πάτο,
βρίσκω τη δασκάλα κάτω,
ζουμ τριαλαριλαρό,
βάρκα-γιαλό!

Έχω βάρκα για σιργιάνι,
βάρκα-γιαλό.
Έχω βάρκα για σιργιάνι,
που για ψάρεμα δεν κάνει,
ζουμ-τριαλαριλαρό,
βάρκα-γιαλό!

Έμαθα, κυρά, πως έχεις
ψαροπούλα και ψαρεύεις,
ζουμ τριαλαριλαρό,
βάρκα-γιαλό!

Οι τέσσερις τελευταίοι στίχοι κάθε στροφής τραγουδιούνται δύο φορές (σχ. 1, 2, 3, 4, 5, 6 – 3, 4, 5, 6).

[Πηγή για τους στίχους: Θεόφιλος Αναστασίου, ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ, Άπαντα, σ. 102]

Σημειώσεις του Ντίνου Χριστιανόπουλου στο βιβλίο του Τα τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη που γράφτηκαν στη Θεσσαλονίκη επί Γερμανικής Κατοχής (Εκδόσεις Μπιλιέτο, Παιανία), σελ. 44-47:

Το τραγούδι είχε πολύ μεγάλη διάδοση στη Θεσσαλονίκη τον τελευταίο καιρό της κατοχής και κυρίως κατά τα πρώτα μεταπελευθερωτικά χρόνια. Ο Χατζηδουλής (σ. 131) σημειώνει ότι «πάνω στη μελωδία του “Βάρκα-γιαλό” τραγουδούσαν στην Ελ Ντάμπα οι όμηροι των Άγγλων το γνωστό “θα σας πω μια ιστορία / από την αιχμαλωσία”». Οι όμηροι των Άγγλων ήταν Έλληνες που είχαν φύγει από την Ελλάδα και πήγαν στη Μέση Ανατολή ήδη από το 1943, αν όχι και νωρίτερα. Πότε πρόλαβαν να μάθουν το τραγούδι; Στο ερώτημα αυτό μπορεί να μας φωτίσει ο δίσκος «Το ρεμπέτικο τραγούδι στην Αμερική, 1945-1960» (1993): Κατά την περίοδο αυτή κυκλοφόρησε στην Αμερική το «Βάρκα-γιαλό» με ερμηνευτή τον Γ. Κατσαρό και με στίχους που τραγουδούσαν οι εφτακόσιοι χασισοπότες που εξορίστηκαν το 1937 από τον Μεταξά στην Ίο. Οι στίχοι, όπως τους τραγουδάει ο Κατσαρός, χωρίς καμιά διαφορά στη μελωδία, έχουν ως εξής:

Δεν το πίνουμε το γάλα / ούτε και την μαρμελάδα.
Και μας πήγαν εξορία / μακριά από την Αθήνα.
Και μας δώσανε μπιζέλια / που τα ρίχναν στα κουνέλια.
Και θα βάλω σημαδούρα / κι έτσι θα τη σκάσω ζούλα.

Εάν οι στίχοι αυτοί είναι προπολεμικοί, τότε προηγούνται του Τσιτσάνη. Αλλά και όταν πρωτοδιαδόθηκε στη Θεσσαλονίκη το «Βάρκα-γιαλό» του Τσιτσάνη, μετά την κατοχή, θυμούμαι ότι κυκλοφορούσαν διάφορα σόκιν στιχάκια με τη μελωδία αυτή, που όλα εξυπονοούσαν αντί της βάρκας:

Θα τήνε καλαφατίσω / από μπρος και από πίσω.
Θα της βάλω και πανάκι / να πηγαίνει στο Καλαμάκι.
Θα της βάλω και τιμόνι / να πηγαίνει η βάρκα μόνη.

Τα στιχάκια αυτά είναι μάλλον αδέσποτα και παλιά. Δεν μπορώ να φανταστώ ότι προέρχονται από τον Τσιτσάνη. Σημειώνω και μια πληροφορία που μας δίνει ο επιμελητής του δίσκου «Το ρεμπέτικο τραγούδι στην Αμερική, 1945-1960»: «Τη φράση “βάρκα-γιαλό” την ακούμε σε πολλά τραγούδια επτανησιακής καταγωγής».

Ύστερα από αυτά, τίθεται το ερώτημα μήπως το «Βάρκα-γιαλό» δεν είναι τραγούδι του Τσιτσάνη αλλά αποτελεί, ως προς τη μελωδία, οικειοποίηση παλαιότερου αδέσποτου τραγουδιού, μάλλον πιπεράτου, και ίσως επτανησιακής προέλευσης. Το θέμα θέλει έρευνα και γι’ αυτό προς το παρόν δεν το δέχομαι ως έργο του Τσιτσάνη.

Translatum: Favourite Music and LyricsΒασίλης Τσιτσάνης, περίοδος 1936 – 1954

Παλαιότερες καταχωρίσεις »
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 477 other followers