Ό,τι πολύ αγάπησα: ποίηση & μουσική

Μ’ αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ’ τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα…

Αρχείο για Νοεμβρίου, 2010

Στο κοιμητήριο των ερώτων (Γιόλα Αργυροπούλου-Παπαδοπούλου)

Μάριος Τόκας & Φίλιππος Γράψας, Ήρθαν οι έρωτες
(τραγούδι: Μανώλης Μητσιάς & Γλυκερία / δίσκος: Βίος ανθόσπαρτος (1998))

Στο κοιμητήριο των ερώτων

Πήγα και ξαναπήγα
στο κοιμητήριο των ερώτων,
μια, δυο, τρεις φορές,
για να θάψω τους νεκρούς μου,
έναν, δυο, τρεις έρωτες.

Δυνατή από την οδύνη,
έσκαβα μόνη το χώμα,
έσκαβα, έσκαβα κι έκλαιγα,
έκλαιγα κι άνοιγα τους λάκκους,
για να παραχώσω τους νεκρούς μου.
Τους παράχωνα βιαστικά
κι έπειτα, καθώς έφευγα,
οσφραινόμουν τις ευωδιές
από τα άνθη που είχαν ήδη ανθίσει
στο ποτισμένο από τα δάκρυα χώμα.

Πήγα και ξαναπήγα
στο κοιμητήριο των ερώτων,
μια, δυο, τρεις φορές,
για να θάψω τους νεκρούς μου,
έναν, δυο, τρεις έρωτες.

Μόνον ένα νεκρό δεν έθαψα.
Ίσως
γιατί ποτέ δεν πίστεψα πως
ο έρωτας αυτός ήταν νεκρός.

Αδημοσίευτο ποίημα από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή Αέναη άνοιξη της Γιόλας Αργυροπούλου-Παπαδοπούλου

Γιώργος Ιωάννου & Νίκος Μαμαγκάκης, Στα αρχαία

Στα αρχαία

Ποίηση: Γιώργος Ιωάννου
Μουσική: Νίκος Μαμαγκάκης
Τραγούδι: Ανδρέας Καρακότας
Δίσκος: Ερωτικός λόγος [Έρως ανίκατε] (2008) 

Μέσα στα αρχαία
πήγαμε παρέα
πήγαμε, πήγαμε
να τη βρούμε, φως μου
τη χαρά του κόσμου
να τη βρούμε, φως μου
πήγαμε, πήγαμε

Φύλακες, τουρίστες
τις κορδέλες λύσ’ τες
φύλακες, φύλακες
έχει εδώ γρασίδι
κι ένα μαύρο φίδι
κι ένα μαύρο φίδι
φύλακες, φύλακες

Κάτσαμε στο λάκκο
φύγε, φιλαράκο
φίλε μου, φίλε μου
έχουμε να πούμε
ύστερα θα πιούμε
έχουμε να πούμε
φίλε μου, φίλε μου

Μη γελάς μ’ εμένα
είμαι μια παρθένα
μη γελάς, μη γελάς
έσπασα το βάζο
τώρα αναστενάζω
τώρα αναστενάζω
μη γελάς, μη γελάς

Τρέχα για φαντάρο
για φωτιά, τσιγάρο
φίλε μου, για φωτιά
δε σ’ αντέχω τώρα
ζήτα του την ώρα
δε σ’ αντέχω τώρα
μη γελάς, μη γελάς

Οι βλακείες τέρμα
πλέον ούτε κέρμα
μη γελάς, μη γελάς
δε ζητώ αγάπη
σα να είναι χάδι
δε ζητώ αγάπη
δε ζητώ, δε ζητώ

Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης: Γλυκέ μου, εσύ δε χάθηκες [Επιτάφιος κατά Σταύρο Ξαρχάκο]

Γλυκέ μου, εσύ δε χάθηκες

Ποίηση: Γιάννης Ρίτσος (Επιτάφιος (1936))
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Ενορχήστρωση & διεύθυνση της Κρατικής Ορχήστρας Ελληνικής Μουσικής: Σταύρος Ξαρχάκος
Τραγούδι: Μαρία Σουλτάτου
Δίσκος: Επιτάφιος κατά Σταύρο Ξαρχάκο (2004 από ζωντανή ηχογράφηση στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού στις 2/10/2000) 

Γιε μου, ποια μοίρα στο ‘γραφε, οϊμέ
και ποια μου το ‘χε γράψει
τέτοιο καημό τέτοια φωτιά, καημέ
στα στήθια μου ν’ ανάψει

Γιε μου, δεν ξέρω αν πρέπει μου
οϊμέ, να σκύβω να σπαράζω
για πρέπει μου όρθια να σταθώ
καημέ, να σε χιλιοδοξάζω

Γλυκέ μου, εσύ δε χάθηκες, οϊμέ
μέσα στις φλέβες μου είσαι
γιε μου, στις φλέβες ολουνών
καημέ, έμπα βαθιά και ζήσε

Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης, Να ‘χα τ’ αθάνατο νερό [Επιτάφιος κατά Σταύρο Ξαρχάκο]

Να ‘χα τ’ αθάνατο νερό

Ποίηση: Γιάννης Ρίτσος (Επιτάφιος (1936))
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Ενορχήστρωση & διεύθυνση της Κρατικής Ορχήστρας Ελληνικής Μουσικής: Σταύρος Ξαρχάκος
Τραγούδι: Μαρία Σουλτάτου
Δίσκος: Επιτάφιος κατά Σταύρο Ξαρχάκο (2004 από ζωντανή ηχογράφηση στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού στις 2/10/2000) 

Να ‘χα τ’ αθάνατο νερό
ψυχή καινούρια να ‘χα
να σου ‘δινα να ξύπναγες
για μια στιγμή μονάχα

Να δεις να πεις να το χαρείς
ακέριο τ’ όνειρό σου
να στέκεται ολοζώντανο
κοντά σου στο πλευρό σου

Βροντάνε στράτες κι αγορές
μπαλκόνια και σοκάκια
και σου μαδάν οι κορασιές
λουλούδια στα μαλλάκια

Γιε μου, όλα κάνανε φτερά
κι όλα μ’ αφήκαν πίσω
δεν έχω μάτι για να δω
στόμα για να μιλήσω

Με τα χεράκια σου τα δυο
τα χιλιοχαϊδεμένα
όλη τη γης αγκάλιαζα
κι όλα ήτανε για μένα

Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης, Στο παραθύρι στέκοσουν [Επιτάφιος κατά Σταύρο Ξαρχάκο]

Στο παραθύρι στέκοσουν

Ποίηση: Γιάννης Ρίτσος (Επιτάφιος (1936))
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Ενορχήστρωση & διεύθυνση της Κρατικής Ορχήστρας Ελληνικής Μουσικής: Σταύρος Ξαρχάκος
Τραγούδι: Μαρία Σουλτάτου
Δίσκος: Επιτάφιος κατά Σταύρο Ξαρχάκο (2004 από ζωντανή ηχογράφηση στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού στις 2/10/2000) 

Στο παραθύρι στέκοσουν
κι οι δυνατές σου οι πλάτες
φράζαν ακέρια την μπασιά
τη θάλασσα τις τράτες

Κι ο ίσκιος σου σαν αρχάγγελος
πλημμύριζε το σπίτι
κι εκεί στ’ αυτί σου σπίθιζε
η γαζία τ’ αποσπερίτη

Κι ήταν το παραθύρι μας
η θύρα όλου το κόσμου
κι έβγαζε στον παράδεισο
που τ’ άστρα ανθίζαν, φως μου

Κι ως στέκοσουν και κοίταζες
το λιόγερμα ν’ ανάβει
σαν τιμονιέρης φάνταζες
κι η κάμαρα καράβι

Και μες στο χλιο και γαλανό
το απόβραδο, έγια λέσα
μ’ αρμένιζες στη σιγαλιά
του γαλαξία μέσα

Και το καράβι βούλιαξε
κι έσπασε το τιμόνι
και στου πελάγου το βυθό
πλανιέμαι τώρα μόνη

Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης, Είσουν καλός κι είσουν γλυκός [Επιτάφιος κατά Σταύρο Ξαρχάκο]

Είσουν καλός κι είσουν γλυκός

Ποίηση: Γιάννης Ρίτσος (Επιτάφιος (1936))
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Ενορχήστρωση & διεύθυνση της Κρατικής Ορχήστρας Ελληνικής Μουσικής: Σταύρος Ξαρχάκος
Τραγούδι: Μαρία Σουλτάτου
Δίσκος: Επιτάφιος κατά Σταύρο Ξαρχάκο (2004 από ζωντανή ηχογράφηση στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού στις 2/10/2000) 

Ήσουν καλός, ήσουν γλυκός
κι είχες τις χάρες όλες
όλα τα χάδια του αγεριού
του κήπου όλες τις βιόλες

Το πόδι ελαφροπάτητο
σαν τρυφερούλι ελάφι
πάταγε το κατώφλι μας
κι έλαμπε σα χρυσάφι

Νιότη απ’ τη νιότη σου έπαιρνα
κι ακόμη αχνογελούσα
τα γερατειά δεν τρόμαζα
το θάνατο αψηφούσα

Και τώρα πού θα κρατηθώ
πού θα σταθώ, πού θάμπω
που απόμεινα ξερό δεντρί
σε χιονισμένο κάμπο;

Το σπίτι (Αφροδίτη Νότη)

Δήμος Μούτσης & Γιάννης Πουλόπουλος, Μέσα στο παλιό μου σπίτι
(μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης, τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης / δίσκος 45 στροφών (1966)
Πηγή: Κώστας Παπαδόπουλος: το τρίχορδο της ψυχής μας)

Το σπίτι

Τόσα φεγγάρια γέμισαν
και άδειασαν επάνω στη σκεπή.
Όταν οι άνθρωποι έφυγαν…
τα αγκωνάρια άφησαν τις γραμμές
τα δοκάρια υποχώρησαν στους τριγμούς
τα παράθυρα άνοιξαν στις μέρες και στις νύχτες
τα πράγματα παραδόθηκαν στον αέρα.
Βάτα, χορτάρια, φυλλώματα,
θεριεύουν στα χαλάσματα.
Λίγο λίγο
σιγά σιγά
όλα γυρίζουν στο χώμα, άγρια βλάστηση,
με βροντές, σαράκι, υπόγειους σπασμούς.
Μια κολόνα λαξεμένη
όρθια, μόνη, χωρίς βάρος.
Επιτύμβια στήλη.
Το σπίτι,
ο πόνος τόσων ανθρώπων και πραγμάτων,
έφυγε.

[2003]

Δημοσιευμένο στο Ηπειρωτικό Ημερολόγιο για το 2007 (26ος τόμος)

Translatum: Favourite PoetryΑφροδίτη Νότη

Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης: Βασίλεψες, αστέρι μου [Επιτάφιος κατά Σταύρο Ξαρχάκο]

Βασίλεψες, αστέρι μου

Ποίηση: Γιάννης Ρίτσος (Επιτάφιος, XVII (1936))
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Ενορχήστρωση & διεύθυνση της Κρατικής Ορχήστρας Ελληνικής Μουσικής: Σταύρος Ξαρχάκος
Τραγούδι: Μαρία Σουλτάτου
Δίσκος: Επιτάφιος κατά Σταύρο Ξαρχάκο (2004 από ζωντανή ηχογράφηση στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού στις 2/10/2000) 

Βασίλεψες, αστέρι μου, βασίλεψε όλη η πλάση,
κι ο ήλιος, κουβάρι ολόμαυρο, το φέγγος του έχει μάσει.

Κόσμος περνά και με σκουντά, στρατός και με πατάει
κ’ εμέ το μάτι ουδέ γυρνά κι ουδέ σε παρατάει.

[Και δες, μ' ανασηκώνουνε χιλιάδες γιους ξανοίγω,
μα, γιόκα μου, απ' το πλάγι σου δε δύνουμαι να φύγω.

Όμοια ως εσένα μου μιλάν και με παρηγοράνε
και την τραγιάσκα σου έχουνε, τα ρούχα σου φοράνε.
(Οι στίχοι αυτοί δεν περιλαμβάνονται στο τραγούδι.) ]

Την άχνα απ’ την ανάσα σου νοιώθω στο μάγουλο μου,
αχ, κ’ ένα φως, μεγάλο φως, στο βάθος πλέει του δρόμου.

Τα μάτια μου σκουπίζει τα μια φωτεινή παλάμη,
αχ, κ’ η λαλιά σου, γιόκα μου, στο σπλάχνο μου έχει δράμει.

Και να που ανασηκώθηκα∙ το πόδι στέκει ακόμα∙
φως ιλαρό, λεβέντη μου, μ’ ανέβασε απ’ το χώμα.

Τώρα οι σημαίες σε ντύσανε. Παιδί μου, εσύ, κοιμήσου,
και γω τραβάω στ’ αδέρφια σου και παίρνω τη φωνή σου.

Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης, Μέρα Μαγιού μού μίσεψες [Επιτάφιος κατά Σταύρο Ξαρχάκο]

Μέρα Μαγιού μού μίσεψες

Ποίηση: Γιάννης Ρίτσος (Επιτάφιος, VI (1936))
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Ενορχήστρωση & διεύθυνση της Κρατικής Ορχήστρας Ελληνικής Μουσικής: Σταύρος Ξαρχάκος
Τραγούδι: Μαρία Σουλτάτου
Δίσκος: Επιτάφιος κατά Σταύρο Ξαρχάκο (2004 από ζωντανή ηχογράφηση στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού στις 2/10/2000) 

Μέρα Μαγιού μού μίσεψες
μέρα Μαγιού σε χάνω
άνοιξη, γιε, που αγάπαγες
κι ανέβαινες απάνω

Στο λιακωτό και κοίταζες
και δίχως να χορταίνεις
άρμεγες με τα μάτια σου
το φως της οικουμένης

Και μου ιστορούσες με φωνή
γλυκιά, ζεστή κι αντρίκια
τόσα όσα μήτε του γιαλού
δε φτάνουν τα χαλίκια

Και μούλεες, γιε, πως όλ’ αυτά
τα ωραία θάναι δικά μας
και τώρα εσβήστης κ’ έσβησε
το φέγγος κ’ η φωτιά μας

Παλαιότερες καταχωρίσεις »
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 477 other followers